Alpha Bank: Πώς η κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να επηρεάσει τουρισμό-οικονομία
Πώς οι εντάσεις επηρεάζουν τον τουρισμό, την ενέργεια, τις επενδύσεις και τις διεθνείς αγορές σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank
Η κλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή μετά την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν δημιουργεί νέα δεδομένα για την παγκόσμια οικονομία, με πιθανές επιπτώσεις και για την Ελλάδα. Η Alpha Bank επισημαίνει ότι η διεθνής αβεβαιότητα ενισχύεται σε μια περίοδο όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι ενεργειακές αγορές βρίσκονται ήδη υπό πίεση. Παρά το δυσμενές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, διατηρώντας ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι νέες εντάσεις έρχονται να προστεθούν στις διαταραχές που προκάλεσαν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι αλλαγές στη δασμολογική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συσσώρευση αυτών των γεγονότων αυξάνει το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης φορτίων, ενώ οι αναταράξεις στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς οδηγούν σε υψηλότερα ναύλα. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να τροφοδοτήσει νέες πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς, επηρεάζοντας και την ελληνική αγορά.
Παρότι η Ελλάδα δεν εισάγει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο από το Ιράν, παραμένει εκτεθειμένη σε αυξήσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, καθώς αποτελεί καθαρό εισαγωγέα. Το 2024, οι εισαγωγές φυσικού αερίου προήλθαν κυρίως από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ πάνω από το 60% των εισαγωγών πετρελαίου προήλθε από το Ιράκ, το Καζακστάν και τη Λιβύη. Με το πετρέλαιο, τα παράγωγά του και το φυσικό αέριο να καλύπτουν το 61% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης, ακόμη και μια μέτρια άνοδος των τιμών μπορεί να επηρεάσει άμεσα τον πληθωρισμό και το κόστος παραγωγής.
Ο τουρισμός, βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας, ενδέχεται επίσης να επηρεαστεί από την αβεβαιότητα. Η συμβολή των υπηρεσιών καταλύματος και εστίασης στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της χώρας είναι από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια παρατεταμένη ένταση στη Μεσόγειο θα μπορούσε να περιορίσει τις ταξιδιωτικές ροές, ιδιαίτερα στον τομέα της κρουαζιέρας. Αντίθετα, εάν η κρίση παραμείνει γεωγραφικά περιορισμένη στη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση της έναντι ανταγωνιστικών προορισμών.
Η αβεβαιότητα επηρεάζει και το επενδυτικό περιβάλλον, σε μια περίοδο όπου τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ολοκληρώσουν τα ορόσημα των εθνικών σχεδίων του Ταμείου Ανάκαμψης έως το τέλος Αυγούστου 2026. Παρά τις προκλήσεις, οι επενδύσεις αποτέλεσαν βασικό μοχλό ανάπτυξης το 2025, με αύξηση 8,9% σε κατοικίες, μεταφορικό εξοπλισμό και κατασκευές. Η ομαλή υλοποίηση του προγράμματος Next Generation EU παραμένει κρίσιμη για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.
Οι διεθνείς ενεργειακές αγορές βρίσκονται επίσης υπό πίεση, καθώς τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημαντικότερο σημείο διέλευσης του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας. Περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, δηλαδή το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης, διακινούνται μέσω της περιοχής, μαζί με σημαντικές ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία της θαλάσσιας οδού μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο των διεθνών τιμών και να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπου καταγράφεται αυξημένη μεταβλητότητα. Μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης, οι χρηματιστηριακοί δείκτες σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη παρουσίασαν έντονες διακυμάνσεις, ενώ οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι μια άνοδος 10% στις τιμές πετρελαίου μπορεί να αυξήσει τον πληθωρισμό της ευρωζώνης κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες και να μειώσει το πραγματικό ΑΕΠ κατά 0,1 έως 0,2 μονάδες μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.
Η κρίση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά την ευπάθεια της Ευρώπης σε εξωτερικούς κραδασμούς, παρά τη μείωση της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια. Η ενίσχυση της ενεργειακής αυτάρκειας και η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη θωράκιση των ευρωπαϊκών οικονομιών απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.