Αφορολόγητο κληρονομιάς: Το αόρατο πλεονέκτημα που αλλάζει τον χρόνο της περιουσίας
Το νέο αμερικανικό όριο των 15 εκατ. δολαρίων και το ελληνικό πλαίσιο των 150.000 ευρώ αποκαλύπτουν δύο διαφορετικές φιλοσοφίες στη μεταβίβαση περιουσίας.
Το ομοσπονδιακό αφορολόγητο κληρονομιάς στις ΗΠΑ σταθεροποιήθηκε μόνιμα στα 15 εκατομμύρια δολάρια ανά άτομο, ένα ιστορικό υψηλό που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί σχεδιάζουν τη μεταβίβαση της περιουσίας τους. Μέχρι το 2024, οι φοροτεχνικοί προειδοποιούσαν τους πολίτες ότι το όριο θα μειωνόταν στο μισό την 1η Ιανουαρίου 2026, οδηγώντας χιλιάδες οικογένειες σε βιαστικές δωρεές και καταπιστεύματα. Η ψήφιση του One Big Beautiful Bill Act το 2025 ακύρωσε την ημερομηνία λήξης και ανέβασε το όριο στα 15 εκατομμύρια δολάρια ανά άτομο, ή 30 εκατομμύρια για ζευγάρια, με ετήσια αναπροσαρμογή και χωρίς προθεσμία. Όσοι έσπευσαν να δωρίσουν περιουσίες από φόβο δεν μπορούν πλέον να ανατρέψουν τις αποφάσεις τους, καθώς ο συντελεστής πάνω από το όριο παραμένει στο 40%.
Η συζήτηση γύρω από το αμερικανικό αφορολόγητο γίνεται πάνω σε μια τεράστια μεταβίβαση πλούτου που θα διαρκέσει δεκαετίες. Η Cerulli Associates εκτιμά ότι μέχρι το 2048 θα αλλάξουν χέρια 124 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Visa Business and Economic Insights υπολογίζει μόλις 36 τρισεκατομμύρια μετά την αφαίρεση χρεών, φόρων και εξόδων. Η τεράστια απόκλιση ανάμεσα στις δύο εκτιμήσεις δείχνει πόσο αβέβαιη είναι η πραγματική εικόνα της κληρονομικής μεταβίβασης. Παρά τα εντυπωσιακά ποσά, η πλειονότητα αφορά το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών, ενώ οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν θα κληρονομήσουν τίποτα. Σημαντικό μέρος του πλούτου δεν περνά καν σε επόμενη γενιά, αλλά μεταφέρεται οριζόντια στον επιζώντα σύζυγο, κυρίως γυναίκες που ζουν περισσότερα χρόνια.
Το πραγματικό πλεονέκτημα του νέου αμερικανικού ορίου δεν είναι η φοροαπαλλαγή, αλλά η εξαφάνιση της προθεσμίας. Όσο υπήρχε ημερομηνία λήξης, οι οικογένειες έσπευδαν να μεταβιβάσουν περιουσίες νωρίτερα, συχνά σε παιδιά που δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει την επαγγελματική τους πορεία. Τώρα, η μεταβίβαση μπορεί να γίνει αργότερα, σε κληρονόμους που πλησιάζουν οι ίδιοι τη σύνταξη. Η αλλαγή αυτή μετακινεί την ηλικία στην οποία μια οικογένεια αλλάζει χέρια, ενώ παράλληλα αποτρέπει βιαστικές και συχνά λανθασμένες αποφάσεις. Η δημογραφική διάσταση είναι εξίσου σημαντική: οι Baby Boomers μπαίνουν στα 80, και οι θάνατοι της γενιάς αναμένεται να αυξηθούν θεαματικά μέχρι το 2037.
Στην Ελλάδα, το πλαίσιο είναι πολύ πιο περιορισμένο και πιο περίπλοκο. Το αφορολόγητο κληρονομιάς για συγγενείς πρώτης κατηγορίας είναι 150.000 ευρώ, με κλιμακωτούς συντελεστές έως 10% για μεγαλύτερα ποσά. Για τον επιζώντα σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα το όριο ανεβαίνει στις 400.000 ευρώ. Αντίθετα, η γονική παροχή εν ζωή έχει αφορολόγητο 800.000 ευρώ ανά γονέα και τέκνο, με 10% για το υπερβάλλον ποσό και υποχρεωτική τραπεζική μεταφορά. Το κράτος ουσιαστικά ενθαρρύνει τις μεταβιβάσεις όσο ο δωρητής ζει, προσφέροντας ένα αόρατο πλεονέκτημα σε όσους έχουν ρευστότητα και πρόσβαση σε συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Η ελληνική πραγματικότητα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η οικογενειακή περιουσία είναι κυρίως ακίνητη. Με ιδιοκατοίκηση στο 69%, τα περισσότερα νοικοκυριά διαθέτουν ένα σπίτι που δεν μπορεί να «κοπεί» για να χωρέσει σε αφορολόγητα όρια. Οι αντικειμενικές αξίες έχουν αυξηθεί σημαντικά, σπρώχνοντας πολλές περιουσίες σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι οικογένειες με περιορισμένη ρευστότητα δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα της εν ζωή μεταβίβασης, ενώ συχνά καταλήγουν σε αδιέξοδα ή συγκρούσεις γύρω από αδιαίρετα ακίνητα.
Παρά τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες, η λογική παραμένει κοινή: το φορολογικό πλαίσιο δεν καθορίζει μόνο πόσα εισπράττει το κράτος, αλλά και πότε μια οικογένεια θεωρεί σωστό να παραδώσει την περιουσία της. Κι αυτό το «πότε» είναι το αόρατο πλεονέκτημα που δεν αποτυπώνεται σε κανένα στατιστικό.