Ακρίβεια και στεγαστική κρίση διόγκωσαν τα χρέη στην Εφορία
Εκτοξεύτηκαν τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία το 2024, καθώς φορολογούμενοι και επιχειρήσεις δεν κατάφεραν να αποπληρώσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, τα ληξιπρόθεσμα χρέη αυξήθηκαν κατά 16,5% και έφθασαν στα 8,45 δισ. ευρώ, από 7,2 δισ. ευρώ το 2023, θυμίζοντας εποχές μνημονίου.
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι οι μικροί οφειλέτες του Δημοσίου αποπληρώνουν τα χρέη, ενώ οι μεγάλοι τα διογκώνουν. Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων, οι οφειλέτες με χρέη έως 10.000 ευρώ καταγράφουν μείωση, ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες οφειλής παρατηρείται αύξηση του αριθμού των οφειλετών. Σημειώνεται ότι στο εύρος οφειλής άνω του 1 εκατ. ευρώ συγκεντρώνεται το 77,7% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου και μόλις το 0,2% των οφειλετών.
Για τους οφειλέτες με χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ ήδη έχουν ληφθεί μέτρα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν περιουσιακά στοιχεία, πώς διακινούν τυχόν χρήμα που διαθέτουν, καθώς από τα επίσημα κανάλια (τράπεζες) δεν προκύπτουν στις περισσότερες περιπτώσεις. Η λήψη αναγκαστικών μέτρων ενεργοποιείται αυτόματα για τους ανωτέρω. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, οι λογαριασμοί είναι άδειοι, ενώ δεν υπάρχουν και περιουσιακά στοιχεία στο όνομα του οφειλέτη ή του επιχειρηματία.
Εν τω μεταξύ, η φορολογική διοίκηση προχωρεί σε νέο ξεσκαρτάρισμα των ληξιπρόθεσμων χρεών, χαρακτηρίζοντας προσωρινά οφειλές ύψους 10 δισ. ευρώ ως ανεπίδεκτες είσπραξης. Πρόκειται για χρέη που, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, παραμένουν ανείσπρακτα επί χρόνια και για τα οποία δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμα μέσα για την εισροή αυτών των χρημάτων στα δημόσια ταμεία.
Ο χαρακτηρισμός «ανεπίδεκτο είσπραξης» δεν σημαίνει διαγραφή, αλλά προσωρινή μεταφορά εκτός του ενεργού μητρώου, ώστε η Εφορία να επικεντρωθεί σε οφειλές που μπορούν να αποπληρωθούν. Η διαδικασία προβλέπεται από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και εφαρμόζεται όταν ο οφειλέτης δεν διαθέτει ακίνητα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, δεν μπορεί να ασκηθεί ή έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη ή έχουν περάσει τουλάχιστον 10 χρόνια από την εκκαθάριση μιας επιχείρησης χωρίς να προκύψει αξιόλογο ενεργητικό.
Οι ανεπίδεκτες είσπραξης οφειλές παραμένουν καταγεγραμμένες για δέκα χρόνια, με αναστολή της παραγραφής. Στο διάστημα αυτό ο οφειλέτης δεν μπορεί να λάβει φορολογική ενημερότητα ή να μεταβιβάσει περιουσία, ενώ οι τραπεζικοί λογαριασμοί και οι θυρίδες του μπορεί να δεσμευτούν. Αν προκύψουν νέα δεδομένα, το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προχωρήσει σε είσπραξη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανέρχεται στα 108,5 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι ποσοστό 24,3% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, που αντιστοιχεί σε 26,3 δισ. ευρώ, αφορά οφειλές που χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος από το σύνολο των «κόκκινων» χρεών προέρχεται από φυσικά και νομικά πρόσωπα με υπέρογκες και πρακτικά ανεξόφλητες οφειλές, που υπερβαίνουν το 1 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι εισπρακτικές προσπάθειες να εστιάζονται σε όσους έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν.