Ελληνικός τουρισμός: Ρεκόρ εσόδων, αλλά τα κέρδη των επιχειρήσεων παραμένουν χαμηλά…
Αυξημένες αφίξεις και ταξιδιωτικές εισπράξεις, αλλά μικρότερη κατά κεφαλήν δαπάνη και εκρηκτικό λειτουργικό κόστος πιέζουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου.
Μια διαφορετική εικόνα από εκείνη που αποτυπώνουν τα ιστορικά ρεκόρ του ελληνικού τουρισμού αναδεικνύουν τα οικονομικά στοιχεία του κλάδου. Παρά την αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων στα 18,2 δισ. ευρώ, με άνοδο 9,4%, και τις διεθνείς αφίξεις να ξεπερνούν τα 28,5 εκατομμύρια επισκέπτες, οι μικρομεσαίες τουριστικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές οικονομικές πιέσεις, με τα καθαρά κέρδη τους να περιορίζονται.
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη μείωση της μέσης κατά κεφαλήν τουριστικής δαπάνης, η οποία υποχώρησε κατά 3,5% έως 4% σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές, χωρίς να συνυπολογίζονται οι εισπράξεις από την κρουαζιέρα. Η αύξηση των συνολικών εσόδων αποδίδεται κυρίως στον μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών και όχι στην υψηλότερη καταναλωτική δαπάνη ανά τουρίστα. Έτσι, οι επιχειρήσεις καλούνται να εξυπηρετήσουν περισσότερο κόσμο, χωρίς να εξασφαλίζουν αντίστοιχη αύξηση των εσόδων που παραμένουν στα ταμεία τους.
Καθοριστικό ρόλο στη συρρίκνωση της κερδοφορίας διαδραματίζει η εκτόξευση του λειτουργικού κόστους. Οι αυξήσεις στην ενέργεια, στα καύσιμα και στις πρώτες ύλες, ιδιαίτερα στα τρόφιμα και τα ποτά, υπολογίζονται μεταξύ 25% και 35% μέσα σε μία διετία. Οι ανατιμήσεις επιβαρύνουν άμεσα τις καθημερινές λειτουργικές ανάγκες ξενοδοχείων, καταλυμάτων και επιχειρήσεων εστίασης, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους τους.
Πρόσθετη επιβάρυνση προέρχεται από τις τραπεζικές προμήθειες και τα έξοδα που συνδέονται με τη λειτουργία των συστημάτων ηλεκτρονικών πληρωμών. Η διασύνδεση των POS με τα πληροφοριακά συστήματα και την ψηφιακή κάρτα, σε συνδυασμό με το κόστος συντήρησης των εφαρμογών myDATA, αυξάνει τις καθημερινές δαπάνες των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, οι συγκεκριμένες επιβαρύνσεις έχουν αυξηθεί κατά 15% έως 20%, ενώ το πρόσθετο κόστος συναλλαγών μπορεί να φτάσει το 1,5%-2% επί του συνολικού τζίρου.
Σημαντική πίεση ασκεί και το φορολογικό πλαίσιο, ιδιαίτερα στις ατομικές επιχειρήσεις και στους μικρούς επαγγελματίες της εστίασης και της φιλοξενίας. Η εφαρμογή του συστήματος τεκμαρτού εισοδήματος έχει ως αποτέλεσμα επαγγελματίες που εμφανίζουν χαμηλότερα πραγματικά καθαρά κέρδη, λόγω των αυξημένων εξόδων, να φορολογούνται με βάση ένα ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα, το οποίο μπορεί να φτάσει τα 14.000-15.000 ευρώ. Η φορολογική επιβάρυνση για ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών εκτιμάται ότι έχει αυξηθεί κατά 30%-40%, ενώ η προκαταβολή φόρου και το Τέλος Ανθεκτικότητας επιβαρύνουν περαιτέρω τη ρευστότητα των επιχειρήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται σημαντική απόσταση ανάμεσα στον αυξημένο κύκλο εργασιών και στην πραγματική οικονομική απόδοση των τουριστικών επιχειρήσεων. Οι μεγαλύτερες εισπράξεις δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε υψηλότερη κερδοφορία, καθώς το ενεργειακό κόστος, οι προμήθειες, οι φορολογικές υποχρεώσεις και οι καθημερινές λειτουργικές δαπάνες απορροφούν μεγάλο μέρος των εσόδων. Η πίεση είναι εντονότερη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν μικρότερα περιθώρια απορρόφησης των συνεχών αυξήσεων.