Κρυπτονομίσματα: Πότε επιβάλλεται φόρος 10% ακόμη και στις αγορές – Πώς λειτουργεί η απαλλαγή των 500 ευρώ
Το νέο φορολογικό πλαίσιο φέρνει αλλαγές για όσους επενδύουν σε Bitcoin και άλλα crypto. Πότε φορολογούνται τα κέρδη από πωλήσεις και πληρωμές με ψηφιακά νομίσματα, τι ισχύει για τις ζημιές και γιατί η απόδειξη του κόστους αγοράς αποκτά καθοριστική σημασία.
Φορολογική επιβάρυνση μπορεί να προκύπτει από τα κρυπτονομίσματα ακόμη και όταν ο κάτοχός τους δεν εισπράττει ευρώ, αλλά τα χρησιμοποιεί για να αγοράσει προϊόντα ή υπηρεσίες. Το νέο πλαίσιο που περιλαμβάνεται στο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπει συντελεστή 10% για την υπεραξία από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων, καλύπτοντας τόσο τις πωλήσεις έναντι χρημάτων όσο και τη διάθεσή τους για συναλλαγές. Οι σχετικές διατάξεις προβλέπεται να εφαρμοστούν για το φορολογικό έτος 2027, ενώ παράλληλα θεσπίζονται κανόνες για την τεκμηρίωση των συναλλαγών, τον συμψηφισμό ζημιών και την κάλυψη τεκμηρίων.
Η βασική αρχή είναι ότι ο φόρος δεν επιβάλλεται στην απλή κατοχή κρυπτονομισμάτων ούτε μόνο επειδή αυξήθηκε η χρηματιστηριακή τους αξία. Η φορολογική υποχρέωση συνδέεται με την πραγματοποίηση κέρδους κατά τη μεταβίβασή τους. Η υπεραξία υπολογίζεται, κατά κανόνα, ως η διαφορά ανάμεσα στην τιμή απόκτησης και στην αξία κατά τη μεταβίβαση, λαμβάνοντας υπόψη τις προβλεπόμενες δαπάνες και τους κανόνες συμψηφισμού. Εάν, για παράδειγμα, ένας επενδυτής αγοράσει κρυπτονομίσματα αξίας 5.000 ευρώ και στη συνέχεια τα πουλήσει έναντι 8.000 ευρώ, προκύπτει κέρδος 3.000 ευρώ. Με τις συγκεκριμένες παραδοχές, ο φόρος 10% ανέρχεται σε 300 ευρώ.
Η φορολογική αντιμετώπιση δεν αλλάζει εάν τα χρήματα από την πώληση χρησιμοποιηθούν αμέσως για την αγορά ενός αυτοκινήτου, μιας ηλεκτρονικής συσκευής ή άλλου περιουσιακού στοιχείου. Η υπεραξία έχει ήδη πραγματοποιηθεί κατά την πώληση των crypto και η χρήση των ευρώ που εισπράχθηκαν δεν δημιουργεί δεύτερο φόρο υπεραξίας για την ίδια συναλλαγή. Αυτό σημαίνει ότι ο επενδυτής πρέπει να υπολογίζει τη φορολογική υποχρέωση ανεξάρτητα από το αν σκοπεύει να επανεπενδύσει τα χρήματα ή να τα διαθέσει για προσωπικές ανάγκες.
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η περίπτωση της απευθείας πληρωμής προϊόντων ή υπηρεσιών με κρυπτονομίσματα. Το νομοσχέδιο αντιμετωπίζει τη διάθεση crypto για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών ως μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου. Για τον υπολογισμό της υπεραξίας λαμβάνεται υπόψη η αξία των κρυπτονομισμάτων σε ευρώ κατά τον χρόνο της συναλλαγής. Έτσι, εάν ένας χρήστης διαθέσει για μια αγορά crypto αξίας 800 ευρώ, τα οποία είχε αποκτήσει με 200 ευρώ, η υπεραξία ανέρχεται σε 600 ευρώ. Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες συναλλαγές, έξοδα ή συμψηφισμοί που μεταβάλλουν το αποτέλεσμα, ο φόρος διαμορφώνεται στα 60 ευρώ, παρότι ο χρήστης δεν εισέπραξε ευρώ στον τραπεζικό του λογαριασμό.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και στις κάρτες που συνδέονται με ψηφιακά πορτοφόλια. Δεν λειτουργούν όλες με τον ίδιο τρόπο, καθώς ορισμένες επιτρέπουν τη μετατροπή κρυπτονομισμάτων σε ευρώ πριν από την πληρωμή στο κατάστημα. Σε αυτή την περίπτωση, το φορολογικό γεγονός συνδέεται με τη μετατροπή ή διάθεση των crypto και όχι με τη μεταγενέστερη χρήση του ήδη διαθέσιμου υπολοίπου σε ευρώ. Για τον λόγο αυτό, έχει σημασία να εξετάζεται ο τρόπος λειτουργίας κάθε υπηρεσίας και το ακριβές σημείο στο οποίο πραγματοποιείται η μεταβίβαση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απαλλαγή για τα ετήσια κέρδη έως 500 ευρώ. Το όριο αφορά το συνολικό καθαρό κέρδος από μεταβιβάσεις κρυπτοστοιχείων μέσα στο φορολογικό έτος, μετά τους προβλεπόμενους συμψηφισμούς, και όχι κάθε συναλλαγή ξεχωριστά. Επίσης, δεν λειτουργεί ως αφορολόγητο ποσό που αφαιρείται από κάθε μεγαλύτερο κέρδος. Εάν το συνολικό καθαρό ετήσιο κέρδος ανέλθει σε 600 ευρώ, η απαλλαγή δεν εφαρμόζεται και, με βάση τον προβλεπόμενο συντελεστή, ο φόρος υπολογίζεται στα 600 ευρώ και ανέρχεται σε 60 ευρώ.
Καθοριστικής σημασίας είναι η δυνατότητα απόδειξης του κόστους απόκτησης. Οι φορολογούμενοι θα πρέπει να διατηρούν τα στοιχεία των συναλλαγών τους, όπως επιβεβαιώσεις αγορών και πωλήσεων από πλατφόρμες, ιστορικό κινήσεων και δεδομένα που μπορούν να εξαχθούν από το κατανεμημένο καθολικό, στο οποίο καταγράφονται οι συναλλαγές. Εάν δεν μπορεί να προσδιοριστεί η τιμή κτήσης, αυτή θεωρείται μηδενική για τον υπολογισμό της υπεραξίας. Στο προηγούμενο παράδειγμα, εάν δεν αποδεικνύεται το αρχικό κόστος των 5.000 ευρώ, η υπεραξία μπορεί να υπολογιστεί στις 8.000 ευρώ, με αποτέλεσμα ο φόρος να φτάσει τα 800 ευρώ. Για διαδοχικές αγορές του ίδιου κρυπτοστοιχείου προβλέπονται ειδικοί κανόνες υπολογισμού της μέσης τιμής κτήσης.
Το νέο πλαίσιο ρυθμίζει και τη μεταχείριση των ζημιών. Ζημιές από μεταβιβάσεις κρυπτοστοιχείων, εφόσον υπερβαίνουν το προβλεπόμενο όριο των 500 ευρώ ανά φορολογικό έτος, μπορούν να μεταφέρονται στα επόμενα πέντε έτη και να συμψηφίζονται αποκλειστικά με μελλοντικά κέρδη από αντίστοιχες μεταβιβάσεις. Δεν προβλέπεται συμψηφισμός τους με εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις ή άλλες πηγές. Παράλληλα, η αγορά κρυπτονομισμάτων εντάσσεται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τα τεκμήρια, γεγονός που σημαίνει ότι ο φορολογούμενος θα πρέπει να μπορεί να δικαιολογήσει την προέλευση των χρημάτων που διέθεσε για την επένδυση.
Ξεχωριστές προβλέψεις αφορούν τις αποδόσεις από δανεισμό κρυπτονομισμάτων, παροχή ρευστότητας και staking, δηλαδή τη δέσμευση crypto για τη συμμετοχή στην επικύρωση συναλλαγών ενός δικτύου. Τα συγκεκριμένα έσοδα αντιμετωπίζονται ως τόκοι και υπάγονται στον αντίστοιχο φορολογικό συντελεστή 15%, με ειδικούς κανόνες αποτίμησης όταν καταβάλλονται σε κρυπτοστοιχεία. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει επίσης ρυθμίσεις για την αποτίμηση των crypto σε κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές, καθώς και για την εξαίρεση των σχετικών πωλήσεων από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής.
Για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του νέου καθεστώτος προβλέπεται διαδικασία οικειοθελούς δήλωσης, με προθεσμία δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος της σχετικής διάταξης. Ο φόρος θα πρέπει να καταβάλλεται εντός 60 ημερών από την υποβολή της δήλωσης, ώστε να ενεργοποιείται η προβλεπόμενη απαλλαγή από πρόστιμα και τόκους για την προηγούμενη μη δήλωση. Η ρύθμιση περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για την κάλυψη τεκμηρίων, χωρίς να σημαίνει ότι η δήλωση των κερδών νομιμοποιεί αυτομάτως την προέλευση του αρχικού κεφαλαίου ή αποκλείει κάθε φορολογικό έλεγχο.