ΤτΕ: Η ακρίβεια απειλεί τον προϋπολογισμό του 2027
Η ενεργειακή κρίση, ο επίμονος πληθωρισμός και οι χαμηλότερες προβλέψεις για την ανάπτυξη περιορίζουν τη δυνατότητα νέων κρατικών παρεμβάσεων. Τι καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδος για τις δαπάνες, τα φορολογικά έσοδα και τον ευρωπαϊκό κανόνα.
Η ακρίβεια και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στον κρατικό προϋπολογισμό του 2027, περιορίζοντας τα περιθώρια για νέες φορολογικές ελαφρύνσεις και εισοδηματικές ενισχύσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), ο δημοσιονομικός σχεδιασμός έχει ουσιαστικά εξαντλήσει τον διαθέσιμο χώρο που προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανόνας δαπανών, καθώς έχουν ήδη συνυπολογιστεί οι προγραμματισμένες παρεμβάσεις και η πρόσθετη ευελιξία για την άμυνα και την ενεργειακή ανθεκτικότητα.
Οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά 8% το 2026, έναντι αρχικής δέσμευσης 3,6%. Για το 2027, η προβλεπόμενη αύξηση διαμορφώνεται στο 3,6%, ενώ το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο προβλέπει όριο 3,1%. Οι αποκλίσεις αυτές δεν συνιστούν αυτομάτως παραβίαση των ευρωπαϊκών κανόνων, ωστόσο, σύμφωνα με την ΤτΕ, εφόσον επιβεβαιωθούν οι κυβερνητικές εκτιμήσεις, το σωρευτικό δημοσιονομικό περιθώριο μετά την αξιοποίηση της διαθέσιμης ευελιξίας θα μηδενιστεί ουσιαστικά.
Σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας είναι η πορεία των διεθνών τιμών ενέργειας. Μια νέα άνοδος στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο θα επιβάρυνε τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, αυξάνοντας παράλληλα τις ανάγκες κρατικής στήριξης. Ο προϋπολογισμός έχει ήδη ενσωματώσει δαπάνες για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, ενώ η πρόσθετη ευελιξία για την ενεργειακή ανθεκτικότητα επιτρέπει επενδύσεις ύψους 300 εκατ. ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο για την περίοδο 2026-2029. Τα συγκεκριμένα κονδύλια αφορούν ενεργειακές υποδομές και δεν αποτελούν γενικό αποθεματικό για νέες επιδοτήσεις σε λογαριασμούς και καύσιμα.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός αυξάνει τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα, κυρίως μέσω του ΦΠΑ, αλλά ανεβάζει και το κόστος προμηθειών, ενέργειας, μεταφορών και υπηρεσιών για το ίδιο το Δημόσιο. Η υπέρβαση των φορολογικών στόχων κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026 αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στις αυξημένες τιμές, στην ενίσχυση της απασχόλησης και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Ωστόσο, τα υψηλότερα έσοδα δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε ισόποση δυνατότητα για πρόσθετες δαπάνες, καθώς ο ευρωπαϊκός κανόνας θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς στον δημοσιονομικό σχεδιασμό.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν την ένταση των ανατιμήσεων. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 3,8% την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 2,8% στην ευρωζώνη. Στο ίδιο διάστημα, οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 12%, οι υπηρεσίες κατά 4,5% και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα κατά 6%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός, χωρίς τρόφιμα και ενέργεια, έφτασε στο 3,3%. Για το 2027, η ΤτΕ προβλέπει πληθωρισμό 2,7%, με ενδεχόμενη βραδύτερη αποκλιμάκωση να συνεπάγεται υψηλότερες δημόσιες δαπάνες και εντονότερες πιέσεις για στήριξη των εισοδημάτων.
Πρόσθετη δυσκολία για τον προϋπολογισμό αποτελεί η απόσταση μεταξύ των προβλέψεων της κυβέρνησης και της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάπτυξη. Ο κρατικός προϋπολογισμός βασίζεται σε ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 2,3% το 2027, ενώ η ΤτΕ εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 1,9%. Η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι για την οικονομική δραστηριότητα είναι κυρίως καθοδικοί, εξαιτίας της παρατεταμένης κρίσης στη Μέση Ανατολή, των διεθνών γεωπολιτικών εντάσεων, της αύξησης του κόστους ζωής και των πιέσεων στην ανταγωνιστικότητα. Μια ασθενέστερη αναπτυξιακή πορεία θα μπορούσε να περιορίσει τη δυναμική των φορολογικών εσόδων, την ώρα που οι ανάγκες για κρατικές παρεμβάσεις θα αυξάνονταν.
Η εξέλιξη των ενεργειακών τιμών και η πορεία της οικονομίας θα επηρεάσουν, επομένως, τις διαθέσιμες επιλογές του οικονομικού επιτελείου για το 2027. Σε περίπτωση που απαιτηθούν πρόσθετα μέτρα στήριξης, η κυβέρνηση θα πρέπει να εξασφαλίσει νέο δημοσιονομικό χώρο ή να ανακατανείμει υφιστάμενες πιστώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς και τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης.