Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: Ακρίβεια χωρίς τέλος, ανάπτυξη με αστερίσκους και στενά περιθώρια για την κυβέρνησης

Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: Ακρίβεια χωρίς τέλος, ανάπτυξη με αστερίσκους και στενά περιθώρια για την κυβέρνησης
61 / 100 SEO Score

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής προειδοποιεί για επίμονο πληθωρισμό, ενεργειακούς κινδύνους και προκλήσεις μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία αναδεικνύει η τελευταία τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Παρά τη διατήρηση θετικού ρυθμού ανάπτυξης, η ακρίβεια εξακολουθεί να επιβαρύνει τα νοικοκυριά, ενώ οι διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις και τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια δυσκολεύουν τον σχεδιασμό νέων μέτρων στήριξης. Το Γραφείο διατηρεί την πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,9% το 2026, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων και της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Ένα από τα βασικότερα ζητήματα είναι η επιμονή του πληθωρισμού. Τον Αύγουστο, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,7%, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γραφείου, η υποχώρηση του πληθωρισμού κάτω από το 3,2% για το σύνολο του 2026 παραμένει δύσκολη υπόθεση. Οι αυξημένες τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, ενώ η διατήρηση υψηλότερου πληθωρισμού σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και εντείνει τις πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Στο μέτωπο της ανάπτυξης, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ενισχύθηκαν κατά 6,1%, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,7% και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2%. Παρά τις θετικές επιδόσεις, η έκθεση θέτει στο επίκεντρο τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια, καθώς η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης περιορίζει σταδιακά τη συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων. Η συνέχιση των επενδύσεων θα εξαρτηθεί περισσότερο από την κινητοποίηση εθνικών και ιδιωτικών κεφαλαίων, καθώς και από την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα περιορισμένα περιθώρια για πρόσθετες κρατικές παρεμβάσεις, σε περίπτωση που η ενεργειακή κρίση ενταθεί. Το Γραφείο Προϋπολογισμού τάσσεται υπέρ της στοχευμένης στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες, αντί της εφαρμογής οριζόντιων επιδοτήσεων. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής ισορροπίας και αποφυγής νέων πιέσεων στο δημόσιο χρέος. Παράλληλα, η δυνατότητα εφαρμογής πρόσθετων μέτρων θα εξαρτηθεί από την έκταση και τη διάρκεια των εξωτερικών διαταραχών, αλλά και από τις επιπτώσεις τους στα δημόσια οικονομικά.

Σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας παραμένουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι κίνδυνοι για τις διεθνείς ενεργειακές ροές, ιδίως μέσω των Στενών του Ορμούζ. Μια νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, μεταφέροντας πρόσθετες πιέσεις στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή, η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα επιβαρύνει το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων επενδύσεων και ενισχύοντας την αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, το Γραφείο αναδεικνύει τη σημασία των δημόσιων επενδύσεων για τη διατήρηση της ανάπτυξης και τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί την ανάγκη να ενισχυθούν οι επενδύσεις με εθνικούς και ιδιωτικούς πόρους, με έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, την εξωστρέφεια και τη δημιουργία ισχυρότερης παραγωγικής βάσης. Η αξιοποίηση των διαθέσιμων κονδυλίων, η επιλογή έργων με ουσιαστικό οικονομικό αποτέλεσμα και η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων αποτελούν βασικές παραμέτρους για τη διατήρηση του ρυθμού μεγέθυνσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η επιμονή της ακρίβειας και οι διεθνείς οικονομικές πιέσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τις προοπτικές της χώρας.

ΠΗΓΗ