Ενεργειακή κρίση: Έως 450-500 εκατ. ευρώ τον μήνα πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Ενεργειακή κρίση: Έως 450-500 εκατ. ευρώ τον μήνα πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις
63 / 100 SEO Score

Βαρύς αναμένεται ο οικονομικός λογαριασμός του χειμώνα για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Η πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση από το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και τα καύσιμα υπολογίζεται σε περίπου 648 εκατ. ευρώ, με τις κρατικές ενισχύσεις και τις εκπτώσεις των διυλιστηρίων να περιορίζουν μόνο εν μέρει τις συνέπειες. Έτσι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της «Καθημερινής», περίπου 450-500 εκατ. ευρώ τον μήνα εξακολουθούν να επιβαρύνουν καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης προέρχεται από τα καύσιμα, για τα οποία η πρόσθετη μηνιαία δαπάνη εκτιμάται σε 522 εκατ. ευρώ. Με βάση τις ποσότητες κατανάλωσης του 2025 και τις μέσες τιμές του Οκτωβρίου 2026, το συνολικό κόστος για πετρέλαιο κίνησης, αμόλυβδη βενζίνη, πετρέλαιο θέρμανσης και υγραέριο υπολογίζεται σε 1,653 δισ. ευρώ, έναντι 1,131 δισ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Πρόκειται για αύξηση 46,2%, η οποία επιβαρύνει τόσο τις μετακινήσεις όσο και τη θέρμανση και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Το πετρέλαιο κίνησης καταγράφει τη μεγαλύτερη πρόσθετη επιβάρυνση, η οποία φτάνει τα 242,6 εκατ. ευρώ τον μήνα. Με μηνιαία κατανάλωση περίπου 295 εκατ. λίτρων, η τιμή του χωρίς επιδότηση υπολογίζεται στα 2,357 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 1,535 ευρώ πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση 53,6%. Ακολουθεί η αμόλυβδη βενζίνη, με πρόσθετο κόστος 138,5 εκατ. ευρώ τον μήνα και αύξηση τιμής 32,3%, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης προσθέτει άλλα 129,2 εκατ. ευρώ, καθώς η τιμή του χωρίς επιδότηση έχει αυξηθεί κατά 76,6%. Στο υγραέριο, η πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση υπολογίζεται σε 11,9 εκατ. ευρώ.

Οι αυξήσεις παραμένουν αισθητές ακόμη και μετά την εφαρμογή των επιδοτήσεων. Κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης διαμορφώθηκε στα 2,203 ευρώ το λίτρο, έναντι 1,748 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, καταγράφοντας άνοδο 26%. Το πετρέλαιο κίνησης έφτασε τα 2,147 ευρώ το λίτρο, αυξημένο κατά 39,4%, ενώ το υγραέριο πωλούνταν προς 1,087 ευρώ, από 0,947 ευρώ πέρυσι. Αντίστοιχα, το πετρέλαιο θέρμανσης ξεκίνησε τη φετινή περίοδο διάθεσης στα 1,564 ευρώ το λίτρο, έναντι 1,128 ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση 38,7%.

Σημαντική είναι και η επιβάρυνση από το ηλεκτρικό ρεύμα. Η μηνιαία κατανάλωση στη χαμηλή τάση, η οποία αφορά κυρίως νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, ανέρχεται σε περίπου 2,53 δισ. κιλοβατώρες. Με τη μέση τιμή να αυξάνεται από 0,24 σε 0,27 ευρώ ανά κιλοβατώρα, το μηνιαίο κόστος ανεβαίνει από 607,1 εκατ. σε 683 εκατ. ευρώ, προσθέτοντας περίπου 76 εκατ. ευρώ στις δαπάνες των καταναλωτών. Παράλληλα, στο φυσικό αέριο, η χειμερινή μηνιαία κατανάλωση υπολογίζεται σε τουλάχιστον 1,2 δισ. κιλοβατώρες, με τις ανατιμήσεις να προκαλούν πρόσθετο κόστος τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ τον μήνα.

Για τον περιορισμό των επιβαρύνσεων, το κράτος εφαρμόζει επιδοτήσεις 0,15 ευρώ ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης, 0,20 ευρώ στο πετρέλαιο θέρμανσης και 0,10 ευρώ στην αμόλυβδη βενζίνη. Το συνολικό μηνιαίο δημοσιονομικό κόστος των ενισχύσεων υπολογίζεται σε 98,7 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 44,2 εκατ. αφορούν το πετρέλαιο κίνησης, 29,8 εκατ. το πετρέλαιο θέρμανσης και 24,6 εκατ. την αμόλυβδη. Επιπλέον, τα διυλιστήρια συνεισφέρουν μέσω εκπτώσεων στα καύσιμα, με το μηνιαίο κόστος να διαμορφώνεται στα 44,5 εκατ. ευρώ μετά τις αλλαγές που τέθηκαν σε εφαρμογή από τις 16 Οκτωβρίου. Στο ποσό αυτό προστίθενται 50 εκατ. ευρώ για την αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης.

Η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το τελικό κόστος που θα επωμιστούν οι καταναλωτές. Όσο οι τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, τόσο ενισχύονται οι πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Παράλληλα, η ακριβότερη ενέργεια αυξάνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς προϊόντων, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις για ανατιμήσεις σε είδη ευρείας κατανάλωσης από τις αρχές του νέου έτους.

ΠΗΓΗ