«Οικονομία των καφέ»: Πώς ο τουρισμός και η εστίαση κυριάρχησαν στην ελληνική οικονομία

«Οικονομία των καφέ»: Πώς ο τουρισμός και η εστίαση κυριάρχησαν στην ελληνική οικονομία
62 / 100 SEO Score

Μελέτη του London School of Economics αναδεικνύει τη στροφή προς κλάδους χαμηλότερης παραγωγικότητας, την ώρα που η ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος και οι πιέσεις στα εισοδήματα περιορίζουν τις δυνατότητες των νοικοκυριών.

Η Ελλάδα έχει στραφεί σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό και την εστίαση, διαμορφώνοντας ένα οικονομικό μοντέλο που περιγράφεται ως «οικονομία των καφέ». Η εικόνα των πολυάριθμων καφετεριών, εστιατορίων, ξενοδοχείων και καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης αποτυπώνει τη διεύρυνση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, χωρίς όμως να συνοδεύεται από ανάλογη ενίσχυση της παραγωγικότητας. Σύμφωνα με μελέτη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics (LSE), η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες, οι οποίες επηρεάζουν την ποιότητα της ανάπτυξης και τις προοπτικές των εργαζομένων.

Τη μελέτη υπογράφουν οι Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσσης Μίσσος, Χρήστος Πέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσιάζονται, η παραγωγικότητα της εργασίας υποχώρησε κατά 16% την περίοδο 2009-2024, ενώ οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 26% έως 35%, με ακόμη μεγαλύτερη πτώση στον τουριστικό τομέα. Παράλληλα, η απασχόληση σε καταλύματα και εστίαση αυξήθηκε κατά 87% από το 2009 έως το 2023, την ώρα που η προστιθέμενη αξία των συγκεκριμένων κλάδων ενισχύθηκε μόλις κατά 11%.

Η επέκταση του τουρισμού και της εστίασης δημιούργησε θέσεις εργασίας, ωστόσο η μεγάλη εξάρτηση από δραστηριότητες χαμηλότερης παραγωγικότητας περιορίζει τις δυνατότητες δημιουργίας υψηλότερων εισοδημάτων και εξειδικευμένων θέσεων απασχόλησης. Το πρόβλημα αφορά και τους νέους με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, οι οποίοι συχνά βρίσκουν ευκολότερα εργασία στην εστίαση από ό,τι σε επιχειρήσεις που αξιοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους. Αντίστοιχα, η δημιουργία ακόμη ενός καταστήματος καφέ εμφανίζεται συχνά ως πιο προσιτή επιχειρηματική επιλογή σε σύγκριση με επενδύσεις στη μεταποίηση, την τεχνολογία ή την παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων και υπηρεσιών.

Την ίδια στιγμή, η ακρίβεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών και μεταβάλλει τις διατροφικές τους συνήθειες. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, που βασίζονται στις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση μοσχαρίσιου κρέατος μειώθηκε από 17,36 κιλά το 2008 σε 12,29 κιλά το 2025, καταγράφοντας πτώση 29,2%. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η υποχώρηση στην κατανάλωση ελαιολάδου, η οποία μειώθηκε κατά 40,2% από το 2015 έως το 2025, από 14,95 λίτρα σε 8,94 λίτρα ανά άτομο ετησίως.

Αντίθετα, αυξήθηκε η κατανάλωση φθηνότερων εναλλακτικών προϊόντων, καθώς τα νοικοκυριά προσαρμόζονται στις ανατιμήσεις. Η κατανάλωση πουλερικών ενισχύθηκε κατά 31,9%, φτάνοντας τα 16,87 κιλά ανά άτομο ετησίως, ενώ η χρήση σπορελαίων αυξήθηκε κατά 4,9%. Παράλληλα, οι σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των τιμών παραγωγού και των τιμών λιανικής επιβαρύνουν τους καταναλωτές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα ελληνικά όσπρια, με τις τιμές ορισμένων ποικιλιών φασολιών να φτάνουν στο ράφι έως και τα 14,52 ευρώ το κιλό, έναντι τιμών παραγωγού από 4,80 έως 5,50 ευρώ.

Σημαντικές πιέσεις ασκεί και το ενεργειακό κόστος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο δημοσίευμα, η τιμή της μεγαβατώρας στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε στις 13 Οκτωβρίου τα 224,57 ευρώ, ενώ οι ανατιμήσεις επεκτάθηκαν σε καύσιμα και υπηρεσίες. Σε ετήσια βάση, έως τον Σεπτέμβριο του 2026, το φυσικό αέριο κατέγραψε αύξηση 55,2%, το πετρέλαιο θέρμανσης 53,2%, το πετρέλαιο κίνησης 38,8%, η βενζίνη 22,5% και το ηλεκτρικό ρεύμα 15%. Αυξημένα εμφανίζονται επίσης τα ενοίκια κατοικιών και οι υπηρεσίες διαμονής, επιβαρύνοντας τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα μέτρα στήριξης επικεντρώνονται κυρίως στην επιδότηση της ενέργειας και στην ενίσχυση των νοικοκυριών για τη θέρμανση. Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν αύξηση του επιδόματος θέρμανσης και προσωρινές επιδοτήσεις στα καύσιμα, με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων των ανατιμήσεων. Παράλληλα, η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας επικεντρώνεται στην ανάγκη ενίσχυσης της μεταποίησης, της καινοτομίας και των εξαγώγιμων δραστηριοτήτων, ώστε η οικονομική ανάπτυξη να συνδέεται περισσότερο με την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

ΠΗΓΗ