Ακριβότερα τα δάνεια μετά την αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ

Ακριβότερα τα δάνεια μετά την αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ
70 / 100 SEO Score

Νέα επιβάρυνση φέρνει σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις η νέα αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Περισσότερο εκτεθειμένοι είναι όσοι έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά και όσοι σχεδιάζουν τώρα να πάρουν στεγαστικό, καταναλωτικό ή επιχειρηματικό δάνειο.

Η ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει ξανά κατά 0,25% τα τρία βασικά της επιτόκια. Από τις 16 Σεπτεμβρίου, το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων ανεβαίνει στο 2,50%, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και της οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%.

Πίσω από τη νέα κίνηση βρίσκεται η επιστροφή των πληθωριστικών πιέσεων, κυρίως λόγω της ενέργειας και των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ο πληθωρισμός ανέβηκε τον Αύγουστο στο 3,3% στην Ευρωζώνη και ακόμη υψηλότερα, στο 3,7%, στην Ελλάδα, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να πατήσει ξανά το «φρένο» μέσω των επιτοκίων.

Για τους δανειολήπτες, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. Όσοι έχουν στεγαστικό ή επιχειρηματικό δάνειο που συνδέεται με το Euribor είναι περισσότερο εκτεθειμένοι, καθώς μια άνοδος του επιτοκίου αναφοράς μπορεί να περάσει στη μηνιαία δόση τους. Αντίθετα, όσοι έχουν «κλειδώσει» σταθερό επιτόκιο δεν επηρεάζονται άμεσα όσο διαρκεί η περίοδος του σταθερού επιτοκίου.

Δάνειο 100.000 για 20 χρόνια – Παράδειγμα

Για παράδειγμα, σε ένα στεγαστικό με υπόλοιπο 100.000 ευρώ και 20 χρόνια μέχρι την εξόφλησή του, εάν το επιτόκιο αυξανόταν από το 3,50% στο 3,75%, η μηνιαία δόση θα ανέβαινε περίπου από τα 580 στα 593 ευρώ.

Πρόκειται για περίπου 13 ευρώ επιπλέον τον μήνα ή περισσότερα από 150 ευρώ τον χρόνο. Η πραγματική επιβάρυνση για κάθε δανειολήπτη θα εξαρτηθεί βέβαια από το Euribor, το περιθώριο της τράπεζας και τους όρους του δανείου του.

Η ελληνική αγορά έχει μια ιδιαιτερότητα που αποκτά μεγαλύτερη σημασία μετά τη νέα απόφαση της ΕΚΤ. Οι αυξήσεις των επιτοκίων τείνουν να περνούν γρηγορότερα στα δάνεια απ’ ό,τι στις καταθέσεις. Με απλά λόγια, όταν ακριβαίνει το χρήμα, ο δανειολήπτης μπορεί να αισθανθεί σχετικά γρήγορα την αλλαγή στη δόση ή στο κόστος ενός νέου δανείου, ενώ ο καταθέτης δεν βλέπει απαραίτητα με την ίδια ταχύτηταυψηλότερη απόδοση στις αποταμιεύσεις του.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας δεν θα περάσει με τον ίδιο τρόπο στις δύο πλευρές του τραπεζικού λογαριασμού. Τα δάνεια θα ακριβύνουν γρηγορότερα, ενώ οι αποδόσεις των καταθέσεων θα ακολουθήσουν με καθυστέρηση και όχι απαραίτητα στον ίδιο βαθμό.

Στην Ελλάδα, το μέσο επιτόκιο του συνόλου των νέων δανείων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο τον Ιούλιο στο 4,67%, όμως στα υφιστάμενα δάνεια η εικόνα έχει αρχίσει να αλλάζει. Το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε στο 4,81%, από 4,74% τον Ιούνιο και 4,63% τον Μάιο. Στα υφιστάμενα στεγαστικά άνω των πέντε ετών αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης, στο 3,72%, ενώ στα επιχειρηματικά δάνεια αντίστοιχης διάρκειας ανέβηκε κατά 7 μονάδες βάσης, στο 4,38%.

ekt1

Νέα στεγαστικά

Η νέα αύξηση της ΕΚΤ δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο οι τράπεζες θα μπορέσουν να διατηρήσουν χαμηλές τιμολογήσεις στα νέα στεγαστικά ή θα αρχίσουν να τις αναπροσαρμόζουν προς τα πάνω. Το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν τον Ιούλιο 3,53% στην Ελλάδα, έναντι 3,69% στην Ευρωζώνη. Μάλιστα, στην Ελλάδα είχε υποχωρήσει σε σχέση με τον Ιούνιο, την ώρα που στην Ευρωζώνη κινούνταν ανοδικά.

Μεγαλύτερη πίεση θα αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις και κυρίως οι μικρομεσαίες. Τα νέα επιχειρηματικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας και κυμαινόμενου επιτοκίου τιμολογούνταν τον Ιούλιο στην Ελλάδα κατά μέσο όρο με 4,21%, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το επιτόκιο ήταν 4,45%. Για τα μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια η ψαλίδα με την Ευρωζώνη είναι ακόμη μεγαλύτερη. Στα δάνεια έως 250.000 ευρώ, το κόστος στην Ελλάδα έφθασε στο 5,07%, έναντι 3,83% στην Ευρωζώνη, δηλαδή η διαφορά ανέρχεται σε 1,24 ποσοστιαίες μονάδες.

Για μια μικρή επιχείρηση με δάνειο 200.000 ευρώ, μια αύξηση του επιτοκίου κατά 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας μεταφράζεται, σε έναν απλό υπολογισμό, σε περίπου 500 ευρώ περισσότερους τόκους τον χρόνο, εφόσον το υπόλοιπο του δανείου παρέμενε σταθερό. Σε μεγαλύτερα επιχειρηματικά δάνεια, η επιβάρυνση αυξάνεται αντίστοιχα.

Τέλος πιο ακριβή θα γίνει και η καταναλωτική πίστη. Το μέσο επιτόκιο των νέων καταναλωτικών δανείων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Ιούλιο στο 10,45%, έναντι 7,60% στην Ευρωζώνη, αφήνοντας μια μεγάλη διαφορά εις βάρος των Ελλήνων καταναλωτών. Και πλέον θα ξεπεράσει το 11%.

ΠΗΓΗ