Ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες 454 δισ. ευρώ το 2026
Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή εξοπλισμών, με τις αμυντικές δαπάνες των 27 κρατών-μελών να αναμένεται να φτάσουν τα 454 δισ. ευρώ το 2026, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του European Defence Agency. Η αύξηση αυτή σηματοδοτεί μια ιστορική μετατόπιση: από το ερώτημα «πόσα χρήματα θα δαπανηθούν» στο κρίσιμο «πού θα κατευθυνθούν» και πόσο γρήγορα μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική ευρωπαϊκή παραγωγική δυναμικότητα. Το 2025 οι δαπάνες έφτασαν τα 418 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 20% σε σχέση με το 2024, ενώ η ανοδική πορεία αναμένεται να συνεχιστεί έως το 2029, αγγίζοντας ακόμη και τα 547 δισ. ευρώ.
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τη δομή των δαπανών. Το 2026, περίπου 36% των συνολικών κονδυλίων θα κατευθυνθεί σε επενδύσεις, ενώ οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη αυξάνονται από 17 δισ. ευρώ το 2025 σε 20 δισ. ευρώ. Το 2025 οι προμήθειες αμυντικού εξοπλισμού έφτασαν τα 115 δισ. ευρώ, με το 24% να αφορά συνεργατικές προμήθειες μεταξύ κρατών-μελών, ένδειξη ότι η Ευρώπη επιχειρεί να ενισχύσει τον κοινό βιομηχανικό της βηματισμό.
Πίσω όμως από τα εντυπωσιακά ποσά βρίσκεται ένα βαθύτερο στοίχημα: αν η αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών θα οδηγήσει σε ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής ή αν μεγάλο μέρος της νέας ζήτησης θα καταλήξει σε εισαγωγές. Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα του πρόσφατου working paper του Harvard Kennedy School, το οποίο τονίζει ότι η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να ενισχυθεί μόνο με περισσότερα χρήματα. Απαιτείται συντονισμός δημοσιονομικής πολιτικής, προμηθειών και βιομηχανικής στρατηγικής, ώστε οι επενδύσεις να μεταφραστούν σε πραγματική παραγωγική ισχύ.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο EDA έχει καθορίσει τις εννέα Priority Capability Areas (PCAs) έως το 2030, δηλαδή τις περιοχές όπου απαιτείται ταχύτερη πρόοδος: αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα, πυροβολικό, πύραυλοι και πυρομαχικά, drones, στρατιωτική κινητικότητα, χερσαία μάχη, ναυτικές δυνατότητες, στρατηγικοί καταλύτες και νέες τεχνολογίες όπως τεχνητή νοημοσύνη, κβαντικές εφαρμογές, κυβερνοάμυνα και ηλεκτρονικός πόλεμος. Οι προτεραιότητες αυτές αποτελούν τον χάρτη των μεγαλύτερων κενών που η Ευρώπη πρέπει να καλύψει για να επιτύχει αμυντική ετοιμότητα έως το τέλος της δεκαετίας.
Η ανάλυση του Harvard επισημαίνει ότι τα κράτη-μέλη ξεκινούν τη νέα κούρσα εξοπλισμών από εντελώς διαφορετικές δημοσιονομικές αφετηρίες. Η μελέτη υπολογίζει πόσο δημοσιονομικό χώρο διαθέτει κάθε χώρα για να χρηματοδοτήσει δαπάνες ίσες με 3,5% του ΑΕΠ χωρίς να αυξηθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ. Το αποτέλεσμα χωρίζει την Ευρώπη σε τρεις ομάδες: χώρες με επαρκές δημοσιονομικό περιθώριο, χώρες με μέτρια πίεση και χώρες που χρειάζονται σημαντική προσαρμογή. Η Ελλάδα εμφανίζει το μεγαλύτερο θεωρητικό περιθώριο, ενώ χώρες όπως η Φινλανδία, η Ρουμανία και η Αυστρία χρειάζονται προσαρμογές άνω του 4% του ΑΕΠ.
Η μελέτη εντοπίζει μια κρίσιμη αναντιστοιχία: οι χώρες με ισχυρή αμυντική βιομηχανία — όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία — έχουν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, ενώ χώρες με μεγαλύτερο περιθώριο, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, διαθέτουν μικρότερη βιομηχανική βάση. Αυτή η ανισορροπία καθορίζει το πώς θα αξιοποιηθούν τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που εισρέουν στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Εάν κάθε κράτος αυξήσει απλώς τον δικό του προϋπολογισμό και συνεχίσει να αγοράζει εξοπλισμό μεμονωμένα, η ζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές αντί για μεγαλύτερη παραγωγή. Η μελέτη προτείνει σύνδεση των αυξημένων δαπανών με κοινές προμήθειες, χρηματοδότηση παραγωγικής δυναμικότητας και ενιαία ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, ώστε να δημιουργηθούν νέες γραμμές παραγωγής, εργοστάσια, εφοδιαστικές αλυσίδες και τεχνολογίες αιχμής.
Το μεγάλο στοίχημα των 454 δισ. ευρώ είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να μετατρέψει την επανεξοπλιστική της προσπάθεια σε μια αμυντική βιομηχανία ικανή να παράγει στην απαιτούμενη κλίμακα και ταχύτητα. Η επόμενη τετραετία θα κρίνει αν οι επενδύσεις θα οδηγήσουν σε πραγματική στρατηγική αυτονομία ή αν η ήπειρος θα παραμείνει εξαρτημένη από εισαγωγές σε κρίσιμα συστήματα.