Η θανάσιμη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό
Η εντυπωσιακή άνοδος των αφίξεων δεν αρκεί πλέον· το ζητούμενο είναι πόση πραγματική αξία παράγει ο τουρισμός για την ελληνική οικονομία.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θεωρεί τον τουρισμό τη σημαντικότερη οικονομική της δραστηριότητα, έναν κλάδο που λειτουργεί ως η «μεγαλύτερη βιομηχανία» της χώρας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιτυχία του τουρισμού μετατρέπεται σε υποκατάστατο μιας συνολικής αναπτυξιακής στρατηγικής, δημιουργώντας μια οικονομία που στηρίζεται υπερβολικά σε έναν μόνο πυλώνα. Η εικόνα της καθημερινότητας το αποδεικνύει: σε τουριστικές γειτονιές της Αθήνας, νέα καταστήματα εστίασης με υψηλές τιμές μένουν άδεια, ενώ οι τουρίστες στρέφονται σε πιο οικονομικές επιλογές, όπως τα σούπερ μάρκετ.
Τα στοιχεία του 2026 δείχνουν ότι η αύξηση των εσόδων υπολείπεται της αύξησης των επισκεπτών. Στο πρώτο πεντάμηνο, οι εισερχόμενοι ταξιδιώτες αυξήθηκαν κατά 20,9%, ενώ οι εισπράξεις κατά 25,8%, φτάνοντας τα 5,32 δισ. ευρώ. Παρά τη θετική εικόνα, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε μόλις κατά 4,5%. Τον Μάιο, μάλιστα, η μέση δαπάνη μειώθηκε κατά 1,4%, παρά την άνοδο των αφίξεων. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά αν η αύξηση του όγκου μεταφράζεται σε πραγματική εγχώρια αξία, παραγωγικότητα και εισόδημα.
Το 2025 ήταν χρονιά-ρεκόρ, με ταξιδιωτικές εισπράξεις 23,63 δισ. ευρώ και πάνω από 43,3 εκατομμύρια επισκέπτες. Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε στα 545,5 ευρώ, αλλά η διάρκεια παραμονής μειώθηκε στις 5,6 διανυκτερεύσεις. Το ΙΝΣΕΤΕ υπολογίζει την άμεση συνεισφορά του τουρισμού στα 32,4 δισ. ευρώ ή 13% του ΑΕΠ, ενώ το πλεόνασμα του ισοζυγίου ταξιδιωτικών υπηρεσιών έφτασε τα 20,29 δισ. ευρώ. Ο τουρισμός λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός αντιστάθμισης του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών, αλλά αυτή η εξάρτηση καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, γεωπολιτικές εντάσεις και μεταβολές στη ζήτηση.
Το ερώτημα «πόσα χρήματα μένουν πραγματικά στην Ελλάδα» παραμένει ανοιχτό. Από κάθε ευρώ τουριστικής δαπάνης, ένα μέρος αφορά μισθούς, φόρους και εγχώριες προμήθειες, αλλά ένα σημαντικό ποσοστό κατευθύνεται σε εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες. Το ίδιο ισχύει και για τις επενδύσεις, καθώς μεγάλο μέρος του εξοπλισμού και της τεχνολογίας είναι εισαγόμενο. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει την ανάγκη ανάπτυξης ενός πλήρους Tourism Satellite Account, ώστε να μετριέται με ακρίβεια η πραγματική προστιθέμενη αξία του κλάδου.
Η τουριστική δραστηριότητα ενισχύει τα φορολογικά έσοδα, με τον ΦΠΑ να φτάνει τα 12,34 δισ. ευρώ στο πρώτο πεντάμηνο του 2026. Ωστόσο, ο ΦΠΑ δεν αποτυπώνει το καθαρό όφελος της κοινωνίας, καθώς δεν υπολογίζει το κόστος σε υποδομές, νερό, απορρίμματα, κυκλοφορία και στέγαση. Η απασχόληση στον τουρισμό παραμένει υψηλή, αλλά χαρακτηρίζεται από εποχικότητα και χαμηλές αμοιβές. Το μέσο ωριαίο κόστος εργασίας στον κλάδο είναι 17,3 ευρώ, πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας και της ΕΕ, ενώ οι κενές θέσεις φτάνουν το 8,3%.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η παραγωγικότητα. Η Ελλάδα παραμένει στο 99% του επιπέδου του 2015, ενώ άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο. Ο κλάδος αποτελείται από πολλές μικρές επιχειρήσεις, γεγονός που δυσκολεύει τις επενδύσεις σε τεχνολογία, οργάνωση και εκπαίδευση. Παράλληλα, η τουριστική πίεση επιβαρύνει τη στέγαση, με τις τιμές κατοικιών να αυξάνονται κατά 7,8% το 2025 και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις να ενισχύουν τη στεγαστική κρίση.
Ο υπερτουρισμός επιβαρύνει υποδομές και δημόσιες υπηρεσίες, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης κάθε επιπλέον επισκέπτη. Το ζητούμενο δεν είναι λιγότερος τουρισμός, αλλά μικρότερη εξάρτηση από αυτόν. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και έναν τουρισμό που δημιουργεί μεγαλύτερη αξία ανά επισκέπτη, όχι απλώς περισσότερες αφίξεις.