Ανάπτυξη χωρίς αντίκρισμα: Το ΑΕΠ ανεβαίνει, αλλά τα νοικοκυριά δεν «ανασαίνουν»
Πληθωρισμός, αδύναμη κατανάλωση και πίεση στα εισοδήματα παρά τη θετική πορεία της οικονομίας
Η ελληνική οικονομία ξεκίνησε το 2026 με θετικό πρόσημο, καταγράφοντας αύξηση 2% στο ΑΕΠ σε ετήσια βάση. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν αντανακλάται στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση εμφανίζει σαφή κόπωση. Σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Τράπεζας Πειραιώς, η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στις επενδύσεις και στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου, ενώ η αγοραστική δύναμη των πολιτών συνεχίζει να πιέζεται από τις υψηλές τιμές.
Οι επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο σημείωσαν εντυπωσιακή άνοδο 12,1%, αποτελώντας τον πιο ισχυρό μοχλό της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,4% και οι εισαγωγές περιορίστηκαν στο 0,5%, οδηγώντας σε μείωση του εμπορικού ελλείμματος στα 3,61 δισ. ευρώ. Η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ έφτασε το 4,8%, αποτυπώνοντας και την επίδραση των τιμών στην οικονομία.
Την ίδια στιγμή, η κατανάλωση κινείται σε χαμηλότερους ρυθμούς. Η τελική κατανάλωση αυξήθηκε μόλις κατά 1%, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση περιορίστηκε στο 0,7%, σημαντικά χαμηλότερα από το 2,3% του τέλους του 2025. Ο πληθωρισμός παραμένει ο βασικός παράγοντας πίεσης: τον Μάιο έφτασε το 5,2%, με τις υπηρεσίες να αυξάνονται κατά 5,5% και τα αγαθά κατά 5%. Η ενέργεια συνεχίζει να επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, καθώς ο σχετικός δείκτης στον εναρμονισμένο πληθωρισμό εκτινάχθηκε στο 20%.
Παρά την αύξηση της απασχόλησης κατά 1,3%, η ανεργία ανήλθε στο 10,6%, κυρίως λόγω της διεύρυνσης του εργατικού δυναμικού. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος ενισχύθηκε στις 108,3 μονάδες, όμως η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, δείχνοντας ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν έχει μεταφερθεί στα πορτοφόλια των πολιτών.
Η πρώτη εκτίμηση για τον εναρμονισμένο πληθωρισμό του Ιουνίου, που υποχώρησε στο 3,9%, αποτελεί ένδειξη αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, η πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες θα καθορίσει αν η ανάπτυξη θα μετατραπεί σε πραγματική ανακούφιση για τα νοικοκυριά ή αν η απόσταση μεταξύ μακροοικονομικών επιδόσεων και καθημερινής ζωής θα παραμείνει μεγάλη.