Ρωσικό αέριο στην ΕΕ: Αυξήθηκαν οι εισαγωγές παρά το «ban»…
Παρά τις πολιτικές δεσμεύσεις για πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, τα νεότερα στοιχεία του ACER δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, οι εισαγωγές από τη Ρωσία αυξήθηκαν τόσο μέσω αγωγών όσο και μέσω LNG, καταγράφοντας άνοδο 7% και 11% αντίστοιχα .
Η τάση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά την ψήφιση του κανονισμού για την οριστική κατάργηση των ρωσικών ροών, με το ρωσικό LNG να ενισχύεται κατά 17% έως τα τέλη Μαΐου, παρά την ενεργοποίηση των περιορισμών στα βραχυπρόθεσμα συμβόλαια.
Σήμερα, το ρωσικό αέριο εξακολουθεί να καλύπτει περίπου το 12% των αναγκών της ΕΕ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 45–55 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως. Από αυτά, 20–32 bcm φτάνουν σε Ισπανία, Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία ως LNG, ενώ 16–26 bcm διοχετεύονται μέσω του TurkStream προς Ουγγαρία, Σλοβακία και Ελλάδα, βάσει μακροχρόνιων συμβάσεων που παραμένουν ενεργές έως το 2027 . Η τελική κατανάλωση των ποσοτήτων αυτών δεν είναι πάντα σαφής, καθώς το αέριο συχνά αναδιανέμεται μέσω των ευρωπαϊκών κόμβων.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλή εξάρτηση από το ρωσικό αέριο, ωστόσο εμφανίζει πιο ισορροπημένο ενεργειακό προφίλ σε σχέση με Ουγγαρία και Σλοβακία. Παρά τη μικρότερη εξάρτηση, το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης. Στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, ο τομέας του ηλεκτρισμού απορρόφησε 18,5 TWh, αντιπροσωπεύοντας το 63,1% της συνολικής χρήσης αερίου στη χώρα .
Παρά τη μείωση των ροών μέσω αγωγών από το 2022, το ρωσικό LNG εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά. Το 2026 αναμένεται να φτάσει τα 20 bcm, αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών εισαγωγών LNG της ΕΕ. Οι ποσότητες αυτές εισάγονται κυρίως από τερματικούς σταθμούς σε Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία και Ολλανδία και στη συνέχεια διανέμονται μέσω των ευρωπαϊκών διασυνδέσεων .
Οι πραγματικές επιπτώσεις της πλήρους παύσης των ροών από τη Ρωσία αναμένεται να φανούν μετά το 2027, όταν θα λήξουν όλα τα μακροχρόνια συμβόλαια. Τότε, η Ευρώπη θα εκτεθεί περισσότερο στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς LNG, με τη γεωπολιτική αστάθεια να επηρεάζει άμεσα τις τιμές και την ασφάλεια εφοδιασμού. Το ενεργειακό μέλλον της ΕΕ θα εξαρτηθεί από τον ρυθμό απανθρακοποίησης, την ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης και τη δυνατότητα των κρατών-μελών να διαμορφώσουν ένα πιο ανθεκτικό και διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα.