Οι μισθοί «φρενάρουν» ξανά: Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει επιστροφή στη στασιμότητα

Οι μισθοί «φρενάρουν» ξανά: Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει επιστροφή στη στασιμότητα
63 / 100 SEO Score

Μετά το άλμα του 2024, οι αυξήσεις υποχωρούν το 2025–2026 ενώ τα επιχειρηματικά κέρδη παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα

Η νέα Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική αποτυπώνει μια πραγματικότητα που προβληματίζει εργαζόμενους και οικονομικούς αναλυτές: οι μισθολογικές αυξήσεις που είχαν κορυφωθεί το 2024 υποχώρησαν αισθητά το 2025 και συνεχίζουν να κινούνται υποτονικά μέσα στο 2026. Την ίδια στιγμή, τα επιχειρηματικά κέρδη παραμένουν σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από την προ πανδημίας περίοδο, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η αγορά εργασίας δεν ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό ανάκαμψης με τον εταιρικό τομέα.

Το 2024 αποτέλεσε χρονιά «διόρθωσης», με τις αμοιβές ανά μισθωτό να αυξάνονται κατά 5,8% σε μια προσπάθεια να καλυφθεί το χαμένο έδαφος από τις προηγούμενες πληθωριστικές πιέσεις. Ωστόσο, το 2025 η δυναμική αυτή εξασθένησε απότομα: η αύξηση περιορίστηκε στο 3,5%, επιστρέφοντας στα επίπεδα του 2023. Παρότι οι συνολικές αμοιβές στην οικονομία αυξήθηκαν κατά 6,6%, η διαφορά οφείλεται κυρίως στην άνοδο της απασχόλησης και όχι σε ουσιαστικές αυξήσεις στους ήδη εργαζόμενους.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν εξετάζεται η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων εμφάνισαν τη μεγαλύτερη επιβράδυνση, πέφτοντας από 4,4% το 2024 σε μόλις 2,7% το 2025. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις διατήρησαν υψηλότερους ρυθμούς αύξησης στις συνολικές αμοιβές, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας παρέμεινε σχεδόν στάσιμη, περιορίζοντας τα περιθώρια για πιο γενναίες μισθολογικές παροχές.

Τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026 επιβεβαιώνουν ότι η επιβράδυνση δεν είναι προσωρινή. Οι αμοιβές ανά μισθωτό αυξήθηκαν μόλις κατά 3,3%, ενώ οι συνολικές αμοιβές κινήθηκαν στο 4,5%, σημαντικά χαμηλότερα από το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας υποχώρησε στο 1,7%, δείχνοντας ότι οι επιχειρήσεις δεν αντιμετωπίζουν πιέσεις από την πλευρά των μισθών.

Αντίθετα, τα επιχειρηματικά κέρδη παραμένουν σε «υψηλή πτήση». Το 2025 το μερίδιο καθαρού κέρδους έφτασε το 27,3%, ενώ το ακαθάριστο μερίδιο κέρδους παρέμεινε στο 39,1%. Πρόκειται για επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της περιόδου 2017–2019. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει αυτή τη σταθερά υψηλή κερδοφορία στη ζήτηση σε βιομηχανία, κατασκευές και τουρισμό, στη μακροοικονομική σταθερότητα, στις επενδυτικές ροές του Ταμείου Ανάκαμψης και στη χρήση νέων τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η τιμολογιακή δύναμη των επιχειρήσεων. Σε ένα περιβάλλον επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, πολλές εταιρείες κατάφεραν να διατηρήσουν τα περιθώρια κέρδους τους μετακυλίοντας το αυξημένο κόστος στις τελικές τιμές, κάτι που επιβαρύνει τους καταναλωτές και περιορίζει την πραγματική αξία των μισθολογικών αυξήσεων.

Η συνολική εικόνα δείχνει μια οικονομία όπου η απασχόληση αυξάνεται, τα κέρδη ενισχύονται, αλλά οι μισθοί δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό. Η στασιμότητα στις αμοιβές, σε συνδυασμό με την υψηλή κερδοφορία, δημιουργεί ένα νέο τοπίο για εργαζόμενους και επιχειρήσεις, με την Τράπεζα της Ελλάδος να προειδοποιεί ότι από το 2026 ο πληθωρισμός τροφοδοτείται ξανά από τα υψηλά εταιρικά κέρδη.

ΠΗΓΗ