Ενοίκια που «καταπίνουν» τους μισθούς: Η Ελλάδα πρώτη στην Ευρώπη σε στεγαστική επιβάρυνση
Το κόστος στέγασης απορροφά έως και το 60% του εισοδήματος – Γιατί η κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τους νέους αλλά ολόκληρη τη μεσαία τάξη
Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο στεγαστικό βάρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα νοικοκυριά να διαθέτουν κατά μέσο όρο το 36% του εισοδήματός τους για τη στέγη, έναντι μόλις 19% στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατοικία έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη πάγια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών, απορροφώντας μεγάλο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων και περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων πολιτών. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι σχεδόν τρεις στους δέκα Έλληνες δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγη, ποσοστό υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Παρά τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό τα τελευταία χρόνια, η πραγματικότητα δείχνει ότι η βελτίωση των αποδοχών δεν μεταφράζεται σε καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Από το 2019 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε περίπου 39%, όμως τα ενοίκια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη εκτοξεύθηκαν με ρυθμούς 50% έως 70%, ενώ μόνο το 2025 σημείωσαν άνοδο 10,1%, μία από τις υψηλότερες στην ΕΕ. Έτσι, ένας εργαζόμενος με καθαρό μισθό περίπου 780 ευρώ καλείται να πληρώσει 500 έως 650 ευρώ για ένα μικρό διαμέρισμα, με το ενοίκιο να απορροφά πάνω από το 60% του εισοδήματός του.
Το στεγαστικό πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τους νέους που προσπαθούν να ανεξαρτητοποιηθούν. Η κρίση έχει επεκταθεί στη μεσαία τάξη, καθώς οι αυξήσεις δεν περιορίζονται στις περιοχές υψηλής ζήτησης ή στα τουριστικά κέντρα. Συνοικίες όπως το Περιστέρι, το Αιγάλεω, η Νίκαια, το Ίλιον και η Καλαμαριά καταγράφουν σημαντικές ανατιμήσεις, πιέζοντας ακόμη και νοικοκυριά που παραδοσιακά θεωρούνταν οικονομικά σταθερά. Η ανανέωση μισθωτηρίων με υψηλότερα ενοίκια έχει γίνει πλέον ο κανόνας.
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει τα υψηλότερα ενοίκια σε απόλυτους αριθμούς, το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες καθιστά το πρόβλημα εντονότερο. Ένας εργαζόμενος στη Γερμανία ή στην Ολλανδία μπορεί να πληρώνει υψηλότερο ενοίκιο, όμως έχει πολλαπλάσιο εισόδημα, γεγονός που μειώνει τη σχετική επιβάρυνση. Στην Ελλάδα, η σχέση μισθού–ενοικίου είναι αυτή που δημιουργεί την ασφυκτική πίεση.
Την ίδια στιγμή, η ιδιοκατοίκηση –που κάποτε ξεπερνούσε το 80%– έχει υποχωρήσει κάτω από το 70%, αυξάνοντας τον αριθμό των νοικοκυριών που εξαρτώνται από την αγορά ενοικίου. Η νέα γενιά δυσκολεύεται να περάσει από τη μίσθωση στην αγορά κατοικίας, καθώς οι υψηλές τιμές ακινήτων, τα επιτόκια και το κόστος ζωής καθιστούν την απόκτηση σπιτιού ολοένα και πιο απρόσιτη.
Η ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων μετά το 2018, η εισροή ξένων επενδύσεων, η Golden Visa, η έκρηξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον υψηλών τιμών και χαμηλής προσφοράς. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου οι ενοικιαστές ανταγωνίζονται για ελάχιστα διαθέσιμα ακίνητα, ενώ η κατοικία εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες οικονομικής πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά.