Ανατροπές στην αγορά ακινήτων: Airbnb, ενοίκια και φόροι αλλάζουν το τοπίο
Νέα μέτρα για βραχυχρόνιες μισθώσεις, υποχρεωτικές τραπεζικές πληρωμές και επερχόμενες φορολογικές αλλαγές διαμορφώνουν μια νέα εποχή για ιδιοκτήτες και ενοικιαστές
Η ελληνική αγορά ακινήτων εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιών αλλαγών, καθώς από το δεύτερο εξάμηνο του 2026 τίθεται σε εφαρμογή ένα πλέγμα μέτρων που επηρεάζει άμεσα ιδιοκτήτες, ενοικιαστές και επενδυτές. Η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση, η οποία έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της περιορισμένης προσφοράς κατοικιών και της συνεχούς ανόδου των ενοικίων, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και τις τουριστικές περιοχές.
Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρίσκονται οι βραχυχρόνιες μισθώσεις. Μετά το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, περιορισμοί επεκτείνονται και στην Α’ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, όπου από την 1η Ιουλίου έως το τέλος του 2026 «παγώνει» η εγγραφή νέων ακινήτων στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το μέτρο θα απελευθερώσει περισσότερα διαμερίσματα για μακροχρόνια μίσθωση, όμως παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι δεν αρκεί για να καλύψει τα μεγάλα κενά που έχουν δημιουργηθεί.
Το νέο πλαίσιο συνοδεύεται από αυστηρές κυρώσεις για όσους παρακάμπτουν τους κανόνες. Τα πρόστιμα για παράνομη δραστηριότητα ξεκινούν από τις 20.000 ευρώ και διπλασιάζονται σε περίπτωση υποτροπής, ενώ ακίνητα που αλλάζουν ιδιοκτήτη σε περιοχές με περιορισμούς διαγράφονται αυτόματα από το μητρώο μέχρι τη λήξη της απαγόρευσης.
Από την 1η Οκτωβρίου αλλάζει και ο τρόπος πληρωμής των ενοικίων, καθώς όλες οι συναλλαγές θα γίνονται αποκλειστικά μέσω τραπεζών. Η ρύθμιση στοχεύει στη μείωση της φοροδιαφυγής και συνοδεύεται από αντικίνητρα για πληρωμές με μετρητά: οι ενοικιαστές χάνουν το δικαίωμα επιστροφής ενοικίου και οι ιδιοκτήτες τη φορολογική έκπτωση 5% στα εισοδήματα από μισθώματα.
Παράλληλα, δύο κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Το πρώτο αφορά το μέλλον του ΦΠΑ στις νεόδμητες κατοικίες, καθώς η αναστολή του λήγει στο τέλος του 2026. Η αγορά ζητά παράταση, προειδοποιώντας ότι η επαναφορά του συντελεστή 24% θα αυξήσει περαιτέρω τις τιμές και θα επιβραδύνει την οικοδομική δραστηριότητα. Το δεύτερο αφορά τη νέα αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, καθώς σε πολλές περιοχές η απόσταση από τις εμπορικές τιμές έχει διευρυνθεί σημαντικά. Το υπουργείο Οικονομικών εξετάζει αντισταθμιστικά μέτρα ώστε να αποφευχθεί νέα επιβάρυνση για τους ιδιοκτήτες.
Από το 2027 αλλάζει και το καθεστώς των δημοτικών τελών, με την κατάργηση του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας και του Φόρου Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων. Στη θέση τους εισάγεται το νέο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης, το οποίο θα συνεχίσει να εισπράττεται μέσω των λογαριασμών ρεύματος, αλλά με συντελεστές που θα καθορίζονται από κάθε δήμο ξεχωριστά, δημιουργώντας πιθανές διαφοροποιήσεις στις επιβαρύνσεις ανά περιοχή.
Το συνολικό πακέτο μέτρων επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αύξησης της προσφοράς κατοικιών και στη διατήρηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος, σε μια αγορά που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε βασικό μοχλό ανάπτυξης. Οι επιπτώσεις των αλλαγών θα αρχίσουν να φαίνονται σταδιακά από το 2026, καθώς η αγορά προσαρμόζεται στο νέο πλαίσιο.