Υπερπλεόνασμα στον προϋπολογισμό: ΦΠΑ και φόροι εισοδήματος «φουσκώνουν» τα κρατικά έσοδα
Η υπεραπόδοση των φόρων ενισχύει το πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ η ακρίβεια πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Ισχυρά σημάδια υπερφορολόγησης καταγράφει η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού για το διάστημα Ιανουαρίου–Μαΐου 2026, με τα φορολογικά έσοδα να κινούνται πολύ πάνω από τους στόχους και να οδηγούν σε υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα. Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στα 3,65 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ. Το συνολικό ισοζύγιο εμφάνισε επίσης θετικό πρόσημο, με πλεόνασμα 103 εκατ. ευρώ αντί του προβλεπόμενου ελλείμματος των 2,18 δισ. ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο στην υπεραπόδοση είχε η συνεχής αύξηση των φορολογικών εσόδων. Μόνο στο πεντάμηνο, τα έσοδα ξεπέρασαν τον στόχο κατά 258 εκατ. ευρώ, ενώ τον Μάιο η υπέρβαση έφτασε τα 375 εκατ. ευρώ, δηλαδή 7,4% πάνω από τον μηνιαίο στόχο. Η μεγαλύτερη ώθηση προήλθε από τους έμμεσους φόρους και κυρίως τον ΦΠΑ, ο οποίος ενισχύθηκε από την ανθεκτικότητα της κατανάλωσης αλλά και από τη συνεχιζόμενη ακρίβεια που αυξάνει την τελική τιμή των προϊόντων.
Η αύξηση της κατανάλωσης, σε συνθήκες υψηλού κόστους ζωής, μεταφράζεται σε υψηλότερες εισπράξεις ΦΠΑ, ενισχύοντας τα κρατικά ταμεία αλλά επιβαρύνοντας περαιτέρω νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι κρατικές δαπάνες κινήθηκαν πάνω από τον στόχο κατά 249 εκατ. ευρώ και κατά 3 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι, χωρίς όμως να ανατρέπουν τη συνολική δημοσιονομική εικόνα, η οποία παραμένει ισχυρή λόγω των αυξημένων εσόδων.
Το βασικό μήνυμα που προκύπτει από τα στοιχεία του ΥΠΟΙΚ είναι ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ανάπτυξη ή στη βελτίωση της εισπραξιμότητας, αλλά κυρίως στη διαρκή φορολογική πίεση. Ο ΦΠΑ συνεχίζει να αποτελεί τον βασικό μοχλό ενίσχυσης των εσόδων, επιβεβαιώνοντας ότι η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής.