Η ελληνική πραγματικότητα σε έναν αριθμό: 60 ώρες δουλειάς για 1.000 δολάρια, 3η χειρότερη επίδοση στον ΟΟΣΑ
Μια νέα έρευνα έρχεται να αποτυπώσει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το πρόβλημα των χαμηλών μισθών και της χαμηλής παραγωγικότητας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ και ανάλυση που δημοσιοποίησε η Visual Capitalist, ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα χρειάζεται περίπου 60 ώρες εργασίας για να κερδίσει 1.000 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPP).
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην τρίτη χειρότερη θέση μεταξύ 38 χωρών του ΟΟΣΑ, πίσω μόνο από την Κολομβία (86 ώρες) και το Μεξικό (78 ώρες), ενώ βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα ακόμη και από χώρες όπως η Πορτογαλία, η Πολωνία και η Τσεχία.
Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς τα στοιχεία έχουν ήδη προσαρμοστεί με βάση την αγοραστική δύναμη κάθε χώρας. Με άλλα λόγια, η κατάταξη δεν επηρεάζεται από τις διαφορές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες ή στο κόστος ζωής, αλλά αποτυπώνει την πραγματική σχέση μεταξύ εργασίας και εισοδήματος.
Την ίδια στιγμή, στο Λουξεμβούργο και στην Ισλανδία απαιτούνται μόλις 16 ώρες εργασίας για την απόκτηση των ίδιων 1.000 δολαρίων, ενώ στη Γερμανία 20 ώρες, στις Ηνωμένες Πολιτείες 22 ώρες και στο Ηνωμένο Βασίλειο 24 ώρες.
Με απλά λόγια, ένας Έλληνας εργαζόμενος χρειάζεται σχεδόν τρεις φορές περισσότερο χρόνο εργασίας από έναν εργαζόμενο στο Λουξεμβούργο για να αποκτήσει το ίδιο εισόδημα.
Η μεγάλη ελληνική παθογένεια
Η συγκεκριμένη κατάταξη αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών και τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που καταγράφονται μετά την πανδημία, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα παραγωγικότητας αλλά και ακρίβεια, σε σχέση με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης.
Η παραγωγικότητα αποτελεί τον βασικό παράγοντα που καθορίζει το ύψος των μισθών σε μια οικονομία. Όσο μεγαλύτερη είναι η αξία που παράγει ένας εργαζόμενος ανά ώρα εργασίας, τόσο υψηλότερες μπορούν να είναι οι αμοιβές του.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η παραγωγικότητα παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το γεγονός αυτό περιορίζει την ικανότητα των επιχειρήσεων να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς, παρά τις ελλείψεις προσωπικού που παρατηρούνται σε αρκετούς κλάδους.
Ταυτόχρονα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το λιανεμπόριο, οι υπηρεσίες χαμηλής εξειδίκευσης και μέρος του τουρισμού, γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά στην αύξηση των αποδοχών.
Δουλεύουμε περισσότερο, κερδίζουμε λιγότερα
Το παράδοξο της Ελλάδας είναι ότι οι εργαζόμενοι συγκαταλέγονται διαχρονικά μεταξύ εκείνων που εργάζονται τις περισσότερες ώρες στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, το αποτέλεσμα σε επίπεδο εισοδήματος παραμένει δυσανάλογα χαμηλό.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι χώρες που κυριαρχούν στις πρώτες θέσεις της κατάταξης – Λουξεμβούργο, Ελβετία, Νορβηγία, Δανία και Ολλανδία – διαθέτουν οικονομίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, ισχυρό χρηματοπιστωτικό τομέα, προηγμένες υπηρεσίες και υψηλή τεχνολογική εξειδίκευση.