Γιατί οι Έλληνες πληρώνουν έως και 6 φορές ακριβότερα τα αναλγητικά
Τεράστιες διαφορές με Αυστρία, Ισπανία και Πορτογαλία
Οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν από τα υψηλότερα ποσά στην Ευρώπη για βασικά μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, όπως αναλγητικά, αντιπυρετικά και αποσυμφορητικά. Η απουσία φθηνών γενοσήμων, η μη ύπαρξη προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας και η απελευθέρωση των τιμών από το 2017 έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι τιμές αυξάνονται σταθερά, χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό. Τα φαρμακεία παραμένουν το μοναδικό κανάλι διάθεσης, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη συγκέντρωση της αγοράς.
Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αποκαλύπτει εντυπωσιακές διαφορές. Στην Ελλάδα, το Panadol 500 mg κοστίζει περίπου 4 ευρώ για 20 δισκία, ενώ στην Αυστρία η αντίστοιχη συσκευασία πωλείται 3,31 ευρώ για 24 δισκία. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η διαφορά στα γενόσημα: στην Αυστρία η παρακεταμόλη κοστίζει μόλις 0,99 ευρώ, ενώ στην Ισπανία η τιμή πέφτει στα 0,67 ευρώ. Στην Ελλάδα, αντίστοιχες επιλογές δεν υπάρχουν, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να πληρώνει έως και έξι φορές ακριβότερα την ίδια δραστική ουσία.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στην ιβουπροφαίνη. Το Algofren 200 mg κοστίζει 3,58 ευρώ, ενώ στην Ισπανία γενόσημο 400 mg πωλείται μόλις 1,17 ευρώ. Στην Αυστρία, συσκευασία 50 δισκίων κοστίζει 3,39 ευρώ, δηλαδή λιγότερο από το ελληνικό προϊόν με τα μισά δισκία. Οι διαφορές αυτές αποδίδονται στην ευρεία διάθεση γενοσήμων και στην ύπαρξη πολλαπλών καναλιών πώλησης στο εξωτερικό.
Στα προϊόντα για το κοινό κρυολόγημα, οι αποκλίσεις είναι ακόμη πιο έντονες. Το Otrivin στην Ελλάδα φτάνει τα 8,50 ευρώ, ενώ στην Αυστρία αντίστοιχο γενόσημο κοστίζει μόλις 2,69 ευρώ. Στην Ισπανία η τιμή κυμαίνεται γύρω στα 6,90 ευρώ. Υπάρχουν ωστόσο και κατηγορίες όπου η Ελλάδα κινείται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως το Tantum Verde, που κοστίζει περίπου όσο και στην Αυστρία.
Η ελληνική αγορά ΜΗΣΥΦΑ παραμένει προσανατολισμένη σε επώνυμα προϊόντα, χωρίς την πίεση τιμών που δημιουργούν τα γενόσημα και οι ιδιωτικές ετικέτες σε άλλες χώρες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι καταναλωτές να στερούνται οικονομικές επιλογές, πληρώνοντας ακριβότερα ακόμη και για τις πιο βασικές δραστικές ουσίες. Το ζήτημα έχει ήδη φτάσει στη Βουλή, με ερωτήσεις προς τα αρμόδια υπουργεία για τις συνεχείς αυξήσεις και την ανάγκη ενίσχυσης του ανταγωνισμού.