Η μεγαλύτερη συμβολή του Παναγιώτη Γιαννάκη δεν ήταν αυτή που νομίζουμε

Η μεγαλύτερη συμβολή του Παναγιώτη Γιαννάκη δεν ήταν αυτή που νομίζουμε
66 / 100 SEO Score

Του δικηγόρου Γεωργίου Ι. Μάτσου

Στο προηγούμενο άρθρο αναλύσαμε πώς ο Νίκος Γκάλης κατέστη πατέρας της ελληνικής αθλητικής οιονεί εθνογένεσης του 1987.

Όμως, ο Γκάλης δεν εμφανίστηκε στο στερέωμα στα 28 του χρόνια, το 1985 που ξεκίνησαν οι ελληνικές διεθνείς επιτυχίες. Είχε έλθει στη Ελλάδα από το 1979.

Ενώ ήταν ολοφάνερο ότι επρόκειτο για μοναδικά ταλαντούχο αθλητή, δεν επαρκούσε από μόνος του για να έλθουν διεθνείς επιτυχίες, συλλογικές και εθνικές.

Στον Γκάλη του 1979-84 εφαρμοζόταν με ακρίβεια η παροιμία “ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη”.

Χρειαζόταν δεύτερος ‘κούκος’ να υποστηρίξει και να αναδείξει τον πρώτο. Και αυτός ήταν ο Παναγιώτης Γιαννάκης, με τον οποίο ο Γκάλης σχημάτισε αχτύπητο ‘δίδυμο’, όταν ο τελευταίος μεταγράφηκε στον Άρη το 1984.

Η μεταγραφή εκείνη αποδείχθηκε ιστορική, διότι ‘έδεσε’ τον Γιαννάκη με τον Γκάλη και σε επίπεδο εθνικής, τελειοποιώντας τη συνεργασία δύο παικτών που, με διαφορετικά ο καθένας τους προσόντα, συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον.

Ο Γιαννάκης δεν διέθετε μεν εκείνο το “μόνος εναντίον όλων” του Γκάλη, που περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο μας. Είχε όμως άλλα αθλητικά και ψυχικά προσόντα, κάποια από τα οποία δεν διέθετε ο Γκάλης.

Η συγκρισιμότητα στην αξία των δύο αθλητών γεννούσε, ίσως φυσιολογικά, υποβόσκουσα κόντρα μεταξύ τους, που αποτελούσε κοινό μυστικό στην αθλητική πιάτσα της εποχής.

Η κόντρα εκείνη επιβεβαιώθηκε με το πρόσφατο αυτοβιογραφικό έργο του Παναγιώτη Γιαννάκη “Τρωτός Άτρωτος”, όπου ο αρχηγός της εθνικής περιγράφει ότι ξεκίνησε εξαιτίας μιας πάσας που δεν έδωσε στον Γκάλη.

Ο Γιαννάκης υποχώρησε άνευ ετέρου στην απαίτηση του Γκάλη να έχει ο τελευταίος τον πρώτο λόγο. Οι σχέσεις τους ψυχράνθηκαν, όμως αυτό δεν φαινόταν στο παιχνίδι. Η συνεργασία των δύο ήταν πάντα άψογη, επαγγελματική, ανεπηρέαστη από συναισθήματα, συντριπτική για κάθε αντίπαλο.

Για τον Γκάλη αυτό ήταν εύκολο, αφού πήρε τον πρώτο ρόλο που απαίτησε.

gallis giannakis

Το δύσκολο ήταν για τον Γιαννάκη. Έναν άνθρωπο με εξίσου ισχυρό εγώ, εκπληκτικών αθλητικών προσόντων και φορέα αρετών διαφορετικών από του Γκάλη, όπως η μαχητικότητα.

Ακόμη δυσκολότερη καθιστούσε την αποδοχή ρόλου φαινομενικά ‘δεύτερου’ για τον Γιαννάκη ο φυσικός ατομισμός του Έλληνα: Κανένας μας δεν δέχεται το ‘δεύτερος’, ιδίως μάλιστα όταν αντικειμενικώς δικαιούμαστε εξαιρετική γνώμη για τον εαυτό μας.

Ας αναλογιστούμε ο καθένας μας τι πράττουμε οι ίδιοι, όταν μας αμφισβητούν σε οτιδήποτε, από τη δουλειά μας μέχρι την αποψάρα μας.

Κι όμως, ο Γιαννάκης δεν το κατάφερε απλώς. Δεν το σκέφτηκε καν. Απλά το έκανε. Και μάλιστα, χωρίς να ‘σκύψει το κεφάλι’. Λειτούργησε ως ‘δεύτερος’ διατηρώντας αναλλοίωτο, χωρίς εκπτώσεις, το ισχυρό και αντίστοιχο με την αθλητική και προσωπική του αξία εγώ του, έχοντας προφανώς κατά νου το καλό της εκάστοτε ομάδας (Άρη ή εθνικής).

Ήταν αδύνατον να γίνει διαφορετικά, διότι η διεργασία ψυχικής ήττας τού αντιπάλου, που ήταν το μέγιστο προσόν του Γκάλη όπως περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο, προϋπέθετε τον Γκάλη σε εμφανή πρώτο ρόλο. Αλλιώς, δεν θα ‘νικούσε’ τον αντίπαλο.

Ο Γιαννάκης αυτό το είχε προφανώς αντιληφθεί. Μόνος όμως ο επαγγελματισμός του ουδόλως καθιστούσε αυτονόητη την αποδοχή τού φαινομενικά δεύτερου ρόλου για έναν Έλληνα με ισχυρό εγώ, προσόντα και προϊστορία.

Το ότι μπόρεσε να το κάνει δεν είναι απλά η μεγαλύτερη συμβολή του στο ελληνικό μπάσκετ και στην αθλητική οιονεί εθνογένεση του 1987: Είναι και ο λόγος για τον οποίο και αυτός ακόμη ο Γκάλης έγινε αυτό που έγινε. Διαφορετικά, το πολύ να έπαιρνε με τον Άρη ένα-δυο πρωταθλήματα Ελλάδος ακόμη, μετά το ένα που κατέκτησε χωρίς τον Γιαννάκη το 1983.

Τι θα είχε όμως συμβεί εάν ο Γιαννάκης είχε αφήσει το δικό του εγώ να κυριαρχήσει στη συμπεριφορά του και δεν είχε αποδεχθεί τον ρόλο τού φαινομενικά δεύτερου;

Αν όχι την πρώτη, πάντως τη δεύτερή του χρονιά στον Άρη θα είχε τσακωθεί με προπονητή και διοίκηση και θα είχε φύγει κακήν κακώς για άλλη ομάδα.

Το τοξικό κλίμα θα είχε μεταφερθεί πιθανότητα και στην εθνική ομάδα, όπου οι δύο υπεραθλητές μάλλον θα άρχιζαν τα αυτοκαταστροφικά “ή εγώ ή αυτός”.

Το ‘αχτύπητο’ δίδυμο δεν θα είχε δημιουργηθεί ποτέ. Το 1987 δεν θα είχε υπάρξει ούτε στη φαντασία μας.

Αντιθέτως, υποχωρώντας και μάλιστα αποδεχόμενος ως βασικό ρόλο του τον υποστηρικτή του Γκάλη στο σκοράρισμα, ο Γιαννάκης δεν βοήθησε μόνον τον Γκάλη και την κατά περίπτωση ομάδα του (Άρη ή εθνική).

Βοήθησε πρωτίστως τον εαυτό του!

Διότι ποιος θα ήταν άραγε κι αυτός ο ίδιος ακόμη, χωρίς την εποποιία του 1987, χωρίς τη Γάνδη, το Μόναχο, τη Σαραγόσα;

Θα ήταν απλά ένας ακόμη καταπληκτικός Έλληνας αθλητής που – “τι κρίμα” – ούτε αυτός κατέκτησε όσα δικαιούτο.

Στην Ελλάδα απαιτούμε μια μικρή πιτούλα ολόκληρη για λογαριασμό μας. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, αν μια συλλογική πίτα μεγαλώσει, το ποσοστό της που θα μας αναλογεί, θα είναι σε απόλυτο μέγεθος πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που είχαμε στην αρχική, ‘ατομική’ πίτα.

Επειδή μάλιστα κάθε Έλληνας θέλει μια μικρή πίτα ολόκληρη για τον ίδιο, αν τυχόν κάποιος μας αναγκάσει να ενώσουμε την πίτα μας με κάποιου άλλου, τότε 1+1 συνήθως δεν κάνει δύο, αλλά συχνά ακόμη και κάτω από ένα.

Το σημαντικότερο λοιπόν στην περίπτωση του Γιαννάκη δεν ήταν καν η εκ μέρους του αποδοχή του φαινομενικά δεύτερου ρόλου (φαινομενικά, διότι όπως εξηγήσαμε χωρίς αυτόν ως ‘δεύτερο’ ο Γκάλης δεν θα γινόταν ποτέ ‘πρώτος’).

Ήταν ότι το να θέσει το εγώ του κάτω από το εγώ κάποιου άλλου, μαζί με την εκ μέρους του αναγνώριση ότι αυτό εξυπηρετούσε το πραγματικό γενικό συμφέρον, το έπραξε ελεύθερα.

Κανένας δεν τον εξανάγκασε. Γι’ αυτό και το ταλέντο του λειτουργούσε πλήρως και μπορούσε να βρίσκει τον Γκάλη με κλειστά μάτια μέσα στο γήπεδο, παρά τη μεταξύ τους προσωπική ψυχρότητα.

Ας διδαχθούμε όλοι από το παράδειγμα του αρχηγού. Κι ας βάλουμε ελεύθερα στη ζωή μας την “υψοποιό ταπείνωση” για την οποία τόσα μας δίδαξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.