Μικρή «ανάσα» στα αεροπορικά καύσιμα τον Ιούνιο…Τα εισιτήρια παραμένουν όμως ακριβά!
Σταθεροποίηση στις τιμές των καυσίμων, αλλά περιορισμένα περιθώρια αποκλιμάκωσης για τους επιβάτες ενόψει καλοκαιριού
Ο Ιούνιος ξεκίνησε με μια αισθητή αποκλιμάκωση στις τιμές των αεροπορικών καυσίμων, προσφέροντας μια πρώτη ανακούφιση στην αγορά μετά από μήνες έντονης πίεσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πρώτης εβδομάδας του μήνα, το jet fuel διαμορφώθηκε στα 3,53 δολάρια ανά γαλόνι, επίπεδο χαμηλότερο από τα ιστορικά υψηλά που καταγράφηκαν την περίοδο Μαρτίου–Απριλίου, όταν η τιμή είχε ξεπεράσει ακόμη και τα 5 δολάρια ανά γαλόνι. Παρά τη μερική εξομάλυνση, οι τιμές παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροναυτιλίας (Eurocontrol) επισημαίνει ότι οι τιμές στην Ευρώπη εξακολουθούν να κινούνται περίπου 56% πάνω από την περίοδο πριν από την έναρξη της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η σταθεροποίηση που παρατηρείται αποδίδεται εν μέρει στις εναλλακτικές ροές εφοδιασμού που έχουν ενεργοποιηθεί, περιορίζοντας τις έντονες διακυμάνσεις των προηγούμενων μηνών.
Την ίδια στιγμή, η αεροπορική κίνηση στους ευρωπαϊκούς αιθέρες έχει αυξηθεί αισθητά από τις αρχές Ιουνίου, με την Ελλάδα να καταγράφει τη μεγαλύτερη άνοδο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η ενίσχυση της ζήτησης ενόψει της θερινής περιόδου δημιουργεί πρόσθετη πίεση στις τιμές των εισιτηρίων, οι οποίες είχαν ήδη αναπροσαρμοστεί προς τα πάνω από τον Μάρτιο λόγω της εκτίναξης του κόστους καυσίμων.
Παρά τη μείωση στο jet fuel, οι αεροπορικές εταιρείες διατηρούν τις τιμές των εισιτηρίων σε υψηλά επίπεδα, καθώς τα περιθώρια αποκλιμάκωσης θεωρούνται περιορισμένα. Η αυξημένη ζήτηση των Ευρωπαίων ταξιδιωτών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι τιμές των καυσίμων παραμένουν πολύ πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα, δεν επιτρέπει άμεση μεταφορά της μείωσης στο κόστος προς τους επιβάτες.
Η αγορά παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς η σταθερότητα στην περιοχή αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την πορεία των τιμών. Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν έχει δημιουργήσει προσδοκίες για περαιτέρω εξομάλυνση, ωστόσο οι επιπτώσεις της δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στις διεθνείς αγορές ενέργειας.