Η Ελλάδα βγήκε από την επιτήρηση, αλλά ξέχασε το χέρι της στην τσέπη του πολίτη

Η Ελλάδα βγήκε από την επιτήρηση, αλλά ξέχασε το χέρι της στην τσέπη του πολίτη
69 / 100 SEO Score

Του Άγη Βερούτη

Ο Έλληνας δεν κατάλαβε την έξοδο από την επιτήρηση στο βενζινάδικο. Δεν την είδε στο εκκαθαριστικό του ΕΝΦΙΑ. Ούτε στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Την άκουσε στις ειδήσεις. Στη ζωή του δεν εμφανίστηκε.

Η Κομισιόν ανακοίνωσε επισήμως ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες. Σημαντικό. Το ξέρουμε, περίπου, εδώ και μια διετία. Αλλά έπρεπε να ειπωθεί και επισήμως. Κλείνει ένας κύκλος που ξεκίνησε με τρόικες, αξιολογήσεις, προαπαιτούμενα, Eurogroup και εθνική ταπείνωση.

Μόνο που από την επιτήρηση βγήκε και επισήμως το κράτος. Όχι ο πολίτης.

Ο πολίτης συνεχίζει να ζει με τους μνημονιακούς φόρους και να χρηματοδοτεί πρωτογενή πλεονάσματα γύρω στο 5% του ΑΕΠ. Την ίδια ώρα, το κράτος δεν συρρικνώθηκε ούτε μια σταγόνα από την πρώτη μέρα της κρίσης. Ούτε σταγόνα. Ψηφιοποιήθηκε, αναδιοργανώθηκε, απέκτησε νέες δομές, νέα υπουργεία, νέες υπηρεσίες, νέους οργανισμούς. Απλώς έμαθε να μαζεύει αρκετούς φόρους ώστε η σπατάλη να μη φαίνεται πια ως κρίση. Να φαίνεται ως σταθερότητα.

Ο ΕΝΦΙΑ έμεινε στο σπίτι. Ο ΦΠΑ στο ράφι. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης μέσα στο ρεζερβουάρ, εκεί που τον πληρώνεις πριν καν πατήσεις γκάζι. Τα τέλη κυκλοφορίας στο αυτοκίνητο. Η προκαταβολή φόρου πάνω στον επαγγελματία, σαν κρατική απαίτηση για κέρδη που ακόμη δεν υπάρχουν. Το τέλος επιτηδεύματος κουτσουρεύτηκε για κάποιους, επιβιώνει για άλλους, και γενικώς συνεχίζει να θυμίζει πως στην Ελλάδα τίποτε φορολογικό δεν πεθαίνει πραγματικά όταν βολεύει το Δημόσιο.

Ας τελειώνουμε με τα παραμύθια.

Η έξοδος της χώρας από την επιτήρηση δεν δίνει στο κράτος ηθική άδεια να συνεχίσει να εισπράττει με μνημονιακούς φόρους σαν να ζούμε ακόμη στο 2012. Οι φόροι που επιβλήθηκαν ως έκτακτη ανάγκη, για να μην καταρρεύσει τότε το κράτος, δεν γίνεται να περνάνε σήμερα στο Δημόσιο ως προίκα. Δεν γίνεται να βαφτίζεται μόνιμο δικαίωμα πάνω στο εισόδημα του πολίτη κάτι που επιβλήθηκε μέσα σε καθεστώς πανικού.

Αν η νέα ελευθερία σημαίνει ότι το κράτος μπορεί να ξοδεύει πιο άνετα τα παραπάνω χρήματα που μαζεύει με μνημονιακούς φόρους, τότε δεν ελευθερώθηκε η κοινωνία. Ελευθερώθηκε ο εισπράκτορας να κάνει πολιτική με τα λεφτά της.

Το 2019, τα συνολικά έσοδα από φόρους ήταν περίπου 51,4 δισ. ευρώ. Για το 2026, ο κρατικός προϋπολογισμός προβλέπει περίπου 73,6 δισ. ευρώ φορολογικά έσοδα και σχεδόν 80 δισ. ευρώ καθαρά έσοδα. Η κοινωνία καλείται να πληρώσει πάνω από 20 δισ. περισσότερους φόρους από ό,τι πλήρωνε το 2019. Αυτό το πράγμα βαφτίστηκε κανονικότητα.

Δεν είναι κανονικότητα αυτό. Είναι κρατική συνήθεια.

υπερφορολογηση

Η υπερφορολόγηση δεν αδειάζει μόνο την τσέπη. Κόβει την ανάπτυξη στη ρίζα. Παίρνει το ευρώ πριν γίνει επένδυση, δεύτερος υπάλληλος, νέο μηχάνημα, καλύτερος μισθός. Πριν γίνει λίγη αποταμίευση στην άκρη. Πριν γίνει παιδί σε ένα σπίτι που κάθεται με το κομπιουτεράκι και μετράει αν αντέχει. Και μετά το κράτος κοιτάζει το ΑΕΠ και αναρωτιέται γιατί η χώρα δεν ψηλώνει όσο θα μπορούσε. Ξέρει όμως γιατί.

Γιατί το ίδιο κράτος που την πατάει στο λαιμό, μετά της κάνει μάθημα ανάπτυξης.

Το κράτος θα ξοδεύει όσα περισσότερα μπορέσει να αρπάξει από την παραγωγική οικονομία. Όχι από κακία. Από φύση. Δώσε του περισσότερα και σε λίγο θα σου αποδείξει ότι δεν φτάνουν. Θα βρεθεί μια ανάγκη ακόμη. Ένα πρόγραμμα. Μια πλατφόρμα. Μια υπηρεσία που κανείς δεν ήξερε ότι χρειαζόταν, μέχρι που απέκτησε προϋπολογισμό.

Το είδαμε με την ψηφιοποίηση. Κανονικά, όταν ψηφιοποιείς τη γραφειοκρατία, κόβεις χαρτί, ουρές, τμήματα, κόστος, περιττές αρμοδιότητες. Στην Ελλάδα ψηφιοποιήσαμε διαδικασίες και κρατήσαμε σχεδόν ανέγγιχτη τη λογική που τις γέννησε. Το κράτος δεν μίκρυνε στην πράξη. Σε αρκετά σημεία φούσκωσε. Πρόσθεσε συστήματα πάνω σε παλιές δομές, πλατφόρμες πάνω σε αρμοδιότητες που κανείς δεν τόλμησε να καταργήσει, και οθόνες μπροστά από νοοτροπίες που έμειναν ίδιες.

Δεν σκοτώσαμε τη γραφειοκρατία. Της βάλαμε κωδικούς Taxisnet.

Η χώρα σώθηκε, μας είπαν. Έπρεπε να σωθεί. Πλήρωσε ο πολίτης, ο ιδιοκτήτης, ο μισθωτός, ο επαγγελματίας, η επιχείρηση. Κυρίως πλήρωσε η μεσαία τάξη, τόσες φορές που στο τέλος έμαθε να θεωρεί φυσιολογικό το παράλογο.

Και τώρα που η κρίση υποτίθεται ότι έκλεισε, ο λογαριασμός έμεινε ανοιχτός.

Αυτή είναι η απάτη της μεταμνημονιακής κανονικότητας. Το κράτος πήρε έκτακτη φορολογική εξουσία μέσα στην κρίση και μετά την κράτησε ως μόνιμη περιουσία του. Δεν είπε ποτέ: περάσαμε τον κάβο, τώρα επιστρέφουμε χώρο στον πολίτη. Έμαθε να ζει με περισσότερα. Και όποιος έμαθε να ζει με περισσότερα από την τσέπη των άλλων, δεν αδυνατίζει από ευγένεια.

Το κράτος δεν είναι συνέταιρος. Ο συνέταιρος βάζει κεφάλαιο και παίρνει ρίσκο. Το κράτος βάζει προθεσμία, πρόστιμο και κατάσχεση. Μπαίνει πρώτο στο τιμολόγιο, πρώτο στο λίτρο, πρώτο στο ακίνητο, πρώτο στην απόδειξη. Όταν ο επαγγελματίας χάνει, δεν χάνει μαζί του. Όταν ο επιχειρηματίας περιμένει να πληρωθεί, δεν περιμένει. Όταν ο πολίτης ζορίζεται, τον συμπονεί δημοσίως και τον χρεώνει κανονικά.

Η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει όσο θέλει. Το πρόβλημα είναι τι ακριβώς πανηγυρίζει. Γιατί η ελευθερία του κράτους από την επιτήρηση δεν είναι ελευθερία του φορολογούμενου από το κράτος.

Η χώρα δεν σώθηκε για να γίνει ο πολίτης μόνιμος χρηματοδότης της έκτακτης ανάγκης που τότε παρουσιάστηκε ως όρος επιβίωσης για να μην καταρρεύσει το κράτος. Δεν βγήκαμε από τα μνημόνια για να κρατήσουμε τους μνημονιακούς φόρους και να τους φορέσουμε γραβάτα ανάπτυξης.

Η Ελλάδα βγήκε από την επιτήρηση.

Ο φορολογούμενος όχι.

Αυτόν τον κρατάει ακόμη το χέρι του κράτους. Όχι από τον ώμο. Από την τσέπη.