Η σιωπή πίσω από τα «φέσια» του Δημοσίου και το πραγματικό κόστος του υπερπλεονάσματος
Πώς το αφήγημα της «δημοσιονομικής επιτυχίας» κρύβει υπερφορολόγηση, καθυστερήσεις πληρωμών και επιβαρυμένα νοικοκυριά
Η πρόσφατη δημοσίευση του τριμηνιαίου Δελτίου Στοιχείων της Γενικής Κυβέρνησης από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους φέρνει στο φως μια λιγότερο κολακευτική εικόνα για το περιβόητο «υπερπλεόνασμα». Παρά τις θριαμβολογίες περί «ισχυρής δημοσιονομικής επίδοσης», τα στοιχεία δείχνουν ότι σημαντικό μέρος αυτής της επίδοσης οφείλεται όχι σε πραγματική ανάπτυξη, αλλά σε υπερφορολόγηση και σε συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς επιχειρήσεις, που φτάνουν τα 3,1 δισ. ευρώ .
Την ίδια στιγμή, η αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων και ψηφιακής προόδου. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η ενίσχυση των εσόδων κατά 4,8% συνδέεται και με συγκυριακές μεταβιβάσεις από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, ενώ η εντυπωσιακή άνοδος του ΦΠΑ κατά 24,2% δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη μείωση του «κενού ΦΠΑ». Από τα 1,179 δισ. ευρώ επιπλέον έσοδα ΦΠΑ, μόλις 100 εκατ. φαίνεται να προέρχονται από τη βελτίωση της εισπραξιμότητας, με το υπόλοιπο να υπερβαίνει ακόμη και τη μεταβολή του ονομαστικού ΑΕΠ .
Αντίστοιχα, τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξήθηκαν κατά 5,9%, χωρίς αυτό να μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην πάταξη της φοροδιαφυγής. Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, που δεν χρησιμοποιούν POS, δεν μπορούν να ενταχθούν σε αυτό το αφήγημα. Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζουν μεν πρόοδο στη φορολογική διοίκηση, αλλά επισημαίνουν σοβαρές παθογένειες: αντιλαϊκή δομή φόρων, καθυστερήσεις στη λογιστική μεταρρύθμιση, απουσία εσωτερικού ελέγχου και σχεδόν μηδενική λογοδοσία σε δημόσιους οργανισμούς που επηρεάζουν το πλεόνασμα χωρίς να δημοσιεύουν ισολογισμούς .
Το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης για το πρώτο τρίμηνο του 2026 ανήλθε στα 2,4 δισ. ευρώ, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις λίγες χώρες της ΕΕ που αναμένεται να εμφανίσουν θετικό ισοζύγιο. Όμως, σε αντίθεση με αυτές τις χώρες, τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με υψηλή έμμεση φορολογία, ακρίβεια και στεγαστική ανασφάλεια. Μελέτες δείχνουν ότι έξι στα δέκα νοικοκυριά δεν καλύπτουν ούτε τις βασικές ανάγκες για 18 ημέρες τον μήνα, γεγονός που αποκαλύπτει το κοινωνικό κόστος της «δημοσιονομικής επιτυχίας» .
Τέλος, τα στοιχεία που αποσιωπώνται –όπως οι μη επιστροφές φόρων και τα αυξανόμενα κρατικά «φέσια»– σκιαγραφούν μια οικονομία που εμφανίζεται υγιής προς τα έξω, αλλά στηρίζεται σε πρακτικές που στερούν ρευστότητα από την αγορά και επιβαρύνουν επιχειρήσεις και πολίτες. Η εικόνα ενός «καλού νοικοκύρη» που κρύβει τα χρέη του για να φαίνεται αξιόπιστος στους δανειστές αποτυπώνει εύγλωττα τη σημερινή κατάσταση.