«Success story»: Η Βουλγαρία κερδίζει εκατομμύρια από…τις ελληνικές ΑΠΕ!!
Αγοράζει μεσημεριανό ρεύμα σχεδόν στο μηδέν και το μεταπουλάει το βράδυ με «καπέλο» 2000%
Μία από τις πιο σοβαρές στρεβλώσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας εξελίσσεται τους τελευταίους μήνες στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, με τους Έλληνες καταναλωτές να επωμίζονται ένα εξωφρενικό «καπέλο» που αγγίζει ακόμα και το 2.000% στην τιμή του ρεύματος μέσα στην ίδια ημέρα.
Η μεγάλη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην Ελλάδα, κυρίως μέσω των φωτοβολταϊκών, αντί να οδηγήσει σε μόνιμη ελάφρυνση των νοικοκυριών, μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικά κερδοφόρο οικονομικό arbitrage (εξισορροπητική κερδοσκοπία) για τη γειτονική Βουλγαρία. Η αιτία βρίσκεται στην πολυετή καθυστέρηση της Αθήνας να εγκαταστήσει εγχώρια συστήματα αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες), γεγονός που επιτρέπει στη Σόφια να εκμεταλλεύεται τις ακραίες διακυμάνσεις των τιμών.
Το μοντέλο αυτής της ιδιότυπης ενεργειακής αφαίμαξης βασίζεται σε έναν ξεκάθαρο διαχωρισμό ανάμεσα στο μεσημέρι και το βράδυ.
Τις μεσημεριανές ώρες, η παραγωγή των ελληνικών φωτοβολταϊκών κορυφώνεται, ξεπερνώντας κατά πολύ την εγχώρια ζήτηση. Καθώς το ρεύμα αυτό δεν μπορεί να αποθηκευτεί στην Ελλάδα, οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά επόμενης ημέρας καταρρέουν σε μηδενικά επίπεδα. Η Βουλγαρία, έχοντας εφαρμόσει με ταχείς ρυθμούς το χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα RESTORE, διαθέτει ήδη πάνω από 1,6 έως 2,5 GW εγκατεστημένης ισχύος αποθήκευσης. Έτσι, απορροφά μέσω των διακρατικών συνδέσεων αυτό το σχεδόν δωρεάν ελληνικό μεσημεριανό ρεύμα και το αποθηκεύει άμεσα στις υποδομές της.
Η δεύτερη πράξη του παραδόξου παίζεται μόλις δύει ο ήλιος, όπου αποκαλύπτεται και το μέγεθος της επιβάρυνσης. Η παραγωγή των φωτοβολταϊκών μηδενίζεται και η ζήτηση στην Ελλάδα αυξάνεται κατακόρυφα. Το κενό αυτό καλύπτεται από τις ακριβές εγχώριες μονάδες φυσικού αερίου, εκτινάσσοντας τις τιμές στη χονδρική στα 120€ έως 250€ ανά MWh. Τότε, η Βουλγαρία επανεξάγει το αποθηκευμένο ρεύμα πίσω στην Ελλάδα, επιβάλλοντας αυτό το αδιανόητο «καπέλο» άνω του 1.000%, κλειδώνοντας τεράστια περιθώρια κέρδους και στερώντας από τους Έλληνες καταναλωτές τα οφέλη της «πράσινης» μετάβασης.