Δημήτρης Βερβεσός: Ευρωπαίοι A’ La Carte; Νομική ακροβασία ή τιμωρητική επίδειξη ισχύος;
«Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προέβη σε μια μη σύννομη μη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού εκθέτοντας για άλλη μια φορά τη χώρα σε κίνδυνο καταδίκης της από τα Ευρωπαϊκά Όργανα», τονίζει ο τέως πρόεδρος του ΔΣΑ Δημήτρης Βερβεσός
Το παρόν άρθρο πραγματεύεται το ζήτημα της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου σχετικά με την παράταση της θητείας των εντεταλμένων Ελλήνων Εισαγγελέων, που έχουν τοποθετηθεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για δύο αντί για πέντε έτη, που είχε αποφασίσει το Κολλέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων.
Η συγκεκριμένη απόφαση ελήφθη στον απόηχο της συζήτησης στον δημόσιο χώρο, που έχει γίνει το τελευταίο χρονικό διάστημα και αφορά τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε ζητήματα κρίσιμα για τα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας (ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη), ζητήματα τα οποία οι εθνικές εισαγγελικές αρχές είτε είχαν αρχειοθετήσει, είτε δεν είχαν ασχοληθεί. Οι άνω νόμιμες ενέργειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προφανώς είχαν «ενοχλήσει» κάποιους πολιτικούς στην εσωτερική πολική σκηνή του τόπου, πράγμα που φάνηκε αδιάστικτα από τις δημόσιες δηλώσεις τους. Δεν πίστευε κανείς όμως, ότι αυτή η «ενόχληση» θα μπορούσε να έχει αντανάκλαση και στα ύπατα κλιμάκια της Ελληνικής Δικαιοσύνης.
Δυστυχώς, διαψευστήκαμε σύντομα. Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση του Α.Δ.Σ. και κατ’ εφαρμογή του ν. 4786/2021 παρετάθη η θητεία των «ενοχλητικών» Εντεταλμένων Ελλήνων Εισαγγελέων, που έχουν αποσπαστεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για δύο αντί για πέντε έτη. Είναι ορθή όμως αυτή η απόφαση; Ανακύπτει εδώ ένα ζήτημα εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Νόμου, όταν αυτός ορίζει κάτι διαφορετικό από το Εσωτερικό Δίκαιο της χώρας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 2017/1939 της Ε.Ε, ορίζεται ότι οι Ευρωπαϊκοί Εντεταλμένοι Εισαγγελείς προτείνονται από τα κράτη – μέλη, αλλά ο διορισμός τους πραγματοποιείται για πενταετή ανανεώσιμη θητεία από το Κολλέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων (ως θεσμοθετημένου οργάνου), κατόπιν εισήγησης της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως.
Περαιτέρω, επί του ζητήματος, της ανανέωσης θητείας αυτών σε εφαρμογή του Κανονισμού έχει εκδοθεί η υπ. αριθμ. 015/2025 απόφαση του Κολλεγίου, ως αρμόδιας αρχής διορισμού περί των συνθηκών απασχόλησης των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων. Σύμφωνα με αυτή, η σχετική απόφαση για την ανανέωση του λαμβάνεται από το Κολλέγιο, κατόπιν πρότασης της Γενικής Εισαγγελέως και με τη συναίνεση του ενδιαφερομένου πάντοτε. Η απόφαση της Α.Δ.Σ. είναι απλά επικυρωτική αυτής.
Οποιαδήποτε αντίθεση του Εθνικού Δικαίου – ακόμα και Συνταγματικής Τάξης, που θεωρεί ότι το Α.Δ.Σ. έχει την αρμοδιότητα για την ανανέωση της θητείας των Εντεταλμένων Εισαγγελέων έρχεται σε σύγκρουση με Διάταξη Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης με άμεση αναγκαστική ισχύ, και ούτε καν Οδηγίας. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ αυτή η σύγκρουση –ακόμα και σε επίπεδο Συνταγματικό– επιλύεται υπέρ του Ευρωπαϊκού Κανονισμού λόγω της υπεροχής του Κοινοτικού Δικαίου έναντι ακόμα και του εθνικού Συντάγματος.
Κατά συνέπεια των ανωτέρω, το Α.Δ.Σ. μετά από απόφαση του Κολλεγίου είχε δέσμια αρμοδιότητα για την ανανέωση της θητείας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων για άλλη μια πενταετία και όχι για δύο έτη. Προφανώς το Α.Δ.Σ. στην άνω κρίση του προέβη σε μια μη σύννομη μη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού εκθέτοντας για άλλη μια φορά τη χώρα σε κίνδυνο καταδίκης της από τα Ευρωπαϊκά Όργανα, αποδεικνύοντας έναν «περιθωριακού / αντισυστημικού τύπου υπερβατισμό»,(sic) που δεν συνάδει με το status μιας χώρας που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή και δη στον «σκληρό πυρήνα» αυτής. Ταυτόχρονα κινείται σε μια κατεύθυνση παράλληλη και συμμετρική με τις πολιτικές εκείνες φωνές, που έβαλλαν κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως θεσμού και των παρεμβάσεών της στα άνω πολιτικά ζητήματα, επιδεικνύοντας μια κόλουρη τιμωρητική λογική κατά των Ελλήνων Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων για τη μέχρι σήμερα «ενοχλητική» άσκηση των καθηκόντων τους.
Κι αυτό, μάλιστα, γίνεται λίγες μέρες, πριν η Κυβέρνηση αποφασίσει ποια πρόσωπα θα τοποθετηθούν στη θέση του Προέδρου, του Εισαγγελέα και των Αντιπρόεδρων του Αρείου Πάγου, δηλαδή υποψήφιοι είναι δυνητικά και κάποιοι από τα μέλη του Α.Δ.Σ. Οι σκιές, που καταλείπονται από τη συγκεκριμένη απόφαση στο ήδη τρωθέν κύρος των υπάτων κλιμακίων της Ελληνικής Δικαιοσύνης πληθαίνουν και καθιστούν το ήδη θολό τοπίο περισσότερο προβληματικό στη συνείδηση των Ελλήνων νομικών και πολιτών. Ταυτόχρονα όμως κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, εκτίθεται σοβαρά η χώρα απέναντι στα Ευρωπαϊκά Όργανα για μια ακόμη φορά, όπως έχει δυστυχώς συμβεί στο πρόσθετο παρελθόν με τις 989 καταδίκες που έχει ήδη στο παθητικό της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για πράξεις και παραλείψεις της Ελληνικής Δικαιοσύνης.