Φθηνή στέγη στους ασθενέστερους με λεφτά…από εργολάβους!
Προχωρά το σχέδιο για την Κοινωνική Αντιπαροχή – Τέλος στα προγράμματα τύπου «Σπίτι μου»
Κατοικίες για τους οικονομικά ασθενέστερους ρίχνει στην αγορά η κυβέρνηση, με συμβολή ιδιωτών μέσω του προγράμματος Κοινωνικής Αντιπαροχής. Τα μέτρα για αύξηση της προσφοράς έρχονται στο επίκεντρο της στεγαστικής πολιτικής, καθώς προγράμματα τόνωσης της ζήτησης, όπως το «Σπίτι μου», εγκαταλείπονται πλέον, καθώς και οι ευρωπαϊκοί Θεσμοί εκτιμούν ότι χειροτερεύουν το πρόβλημα της έλλειψης προσιτής στέγης.
Η κεντρική φιλοσοφία της Κοινωνικής Αντιπαροχής είναι η άμεση παραγωγή νέου οικιστικού αποθέματος χωρίς δημοσιονομικό κόστος. Ο μηχανισμός βασίζεται σε ένα μοντέλο Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), όπου αναξιοποίητα οικόπεδα και ακίνητα της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) παραχωρούνται σε κατασκευαστές.
Οι ιδιώτες αναλαμβάνουν την ανέγερση σύγχρονων συγκροτημάτων με 100% δικά τους κεφάλαια. Ως αντάλλαγμα, διατηρούν την εμπορική εκμετάλλευση (ενοικίαση ή πώληση) του 70% των κατοικιών. Το κρίσιμο στοιχείο για τους πολίτες είναι το υπόλοιπο 30% των διαμερισμάτων**, το οποίο επιστρέφει στο κράτος και εντάσσεται στη δεξαμενή της κοινωνικής κατοικίας.
Ο σχεδιασμός αυτός περνά ήδη στην υλοποίηση, όπως επιβεβαίωσε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, σημειώνοντας στην εβδομαδιαία ανάρτησή του σε κοινωνικό δίκτυο ότι:
«”Κλείδωσαν” τα πρώτα 8 ακίνητα της ΔΥΠΑ σε Παιανία, Λάρισα, Πύργο και Καλαμάτα, τα οποία θα αξιοποιηθούν μέσω κοινωνικής αντιπαροχής. Από αυτά εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν περίπου 400 νέα διαμερίσματα, εκ των οποίων περίπου 130 θα διατεθούν σε ευάλωτους συμπολίτες μας».
Η κριτική της Κομισιόν: Γιατί εγκαταλείπονται τα προγράμματα τύπου «Σπίτι Μου»
Η κυβερνητική στροφή προς την πλευρά της προσφοράς υπαγορεύεται από τα μακροοικονομικά δεδομένα και τις αυστηρές υποδείξεις των ευρωπαϊκών οργάνων. Προγράμματα τόνωσης της ζήτησης μέσω φθηνού τραπεζικού δανεισμού, όπως το «Σπίτι Μου», μπαίνουν οριστικά στο συρτάρι (δεν θα υπάρξει «Σπίτι μου ΙΙΙ»), καθώς κρίνεται ότι εν τέλει λειτουργούν πληθωριστικά για την αγορά ακινήτων.
Η λογική αυτή αποτυπώθηκε σε έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που βρέθηκε στο επίκεντρο του πρόσφατου Eurogroup. Σύμφωνα με την ανάλυση, σε περιβάλλοντα όπου υπάρχουν δομικοί περιορισμοί στην προσφορά (π.χ. έλλειψη οικοπέδων, γραφειοκρατία στην αδειοδότηση, περιορισμένη κατασκευαστική δραστηριότητα), τα μέτρα που ενισχύουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών καταλήγουν σε ανεπιθύμητες συνέπειες.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι καλοπροαίρετες πολιτικές —όπως στεγαστικά επιδόματα, φοροαπαλλαγές ή άμεσες επιδοτήσεις επιτοκίων στεγαστικών δανείων— δίνουν στους αγοραστές τη δυνατότητα να αναλάβουν μεγαλύτερα δάνεια. Όταν, όμως, αυτά τα επιπλέον κεφάλαια κυνηγούν τον ίδιο, περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων σπιτιών, η αυξημένη ζήτηση μετακυλίεται άμεσα στην άνοδο των τιμών πώλησης, επιδεινώνοντας, αντί να λύνει, το πρόβλημα της στεγαστικής προσιτότητας.