Ρεύμα: Πώς τα ελληνικά νοικοκυριά «έχασαν» 1,23 δισ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια

Ρεύμα: Πώς τα ελληνικά νοικοκυριά «έχασαν» 1,23 δισ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια
64 / 100 SEO Score

Ακριβότερη χώρα στην ΕΕ

Η Ελλάδα παραμένει σταθερά μία από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης στο ηλεκτρικό ρεύμα, όμως η νέα ανάλυση του Green Tank αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη διεθνή ενεργειακή κρίση. Αντίθετα, εκατομμύρια νοικοκυριά εγκλωβίστηκαν σε ακριβότερα τιμολόγια, ακόμη και σε περιόδους που η χονδρεμπορική τιμή αποκλιμακωνόταν, με αποτέλεσμα ένα συνολικό επιπλέον κόστος 1,23 δισ. ευρώ στη διετία 2024‑2025 .

Το 2025 η Ελλάδα ήταν η ακριβότερη χώρα της ΕΕ σε τιμές ρεύματος βάσει αγοραστικής δύναμης και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές. Παράλληλα, το 31,9% των νοικοκυριών είχε ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας – ποσοστό 4,5 φορές υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εικόνα επιδεινώθηκε από τα «πράσινα» τιμολόγια, τα οποία, παρότι ήταν τα ακριβότερα της αγοράς, διατήρησαν το 58% των οικιακών μετρητών, δηλαδή περίπου 3,45 εκατ. νοικοκυριά .

Σύμφωνα με την έκθεση, τα πράσινα τιμολόγια ήταν κατά μέσο όρο 13,3% ακριβότερα από τα μπλε και 27,3% ακριβότερα από τα κίτρινα. Αν οι καταναλωτές είχαν επιλέξει κάθε μήνα το φθηνότερο κίτρινο τιμολόγιο, θα πλήρωναν περίπου 58,3 ευρώ/MWh λιγότερα. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται στο τεράστιο ποσό των 1,23 δισ. ευρώ που επιβαρύνθηκαν συνολικά τα νοικοκυριά μέσα σε δύο χρόνια .

Παρά το γεγονός ότι τα κίτρινα τιμολόγια ήταν σχεδόν σταθερά η οικονομικότερη επιλογή, οι καταναλωτές δεν στράφηκαν σε αυτά. Αντίθετα, προτίμησαν τα μπλε σταθερά τιμολόγια, τα οποία επίσης ήταν ακριβότερα, αλλά προωθήθηκαν επιθετικά από τους παρόχους. Το μερίδιο των μπλε τιμολογίων εκτοξεύθηκε από 7,7% τον Αύγουστο του 2024 σε 27,8% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ τα κίτρινα παρέμειναν στάσιμα γύρω στο 14%. Η αγορά παρέμεινε εξαιρετικά συγκεντρωμένη, με τη ΔΕΗ να διατηρεί σχεδόν το 70% των οικιακών μετρητών .

Καθοριστικό ρόλο στο υψηλό κόστος είχε η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο. Όσο αυξανόταν η συμμετοχή του αερίου στο ενεργειακό μείγμα, τόσο ανέβαιναν οι τιμές στη χονδρεμπορική και στη συνέχεια στη λιανική αγορά. Ενδεικτικά, τον Αύγουστο του 2024 τα πράσινα τιμολόγια έφτασαν τα 205,2 ευρώ/MWh, μετά από περίοδο αυξημένης χρήσης μονάδων φυσικού αερίου και χονδρεμπορική τιμή 135,2 ευρώ/MWh τον Ιούλιο .

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η διεύρυνση της απόστασης μεταξύ χονδρεμπορικής και λιανικής τιμής. Το 2025 η διαφορά έφτασε έως και τα 127,1 ευρώ/MWh, παρότι η χονδρεμπορική εμφάνιζε τάσεις αποκλιμάκωσης. Αν η απόσταση αυτή είχε περιοριστεί στο χαμηλότερο επίπεδο της διετίας, το όφελος για τους καταναλωτές θα μπορούσε να αγγίξει τα 720 εκατ. ευρώ .

Η έκθεση σκιαγραφεί μια αγορά όπου οι καταναλωτές δυσκολεύονται να αλλάξουν πάροχο ή προϊόν, ενώ η ενημέρωση για τις πραγματικές διαφορές των τιμολογίων παραμένει περιορισμένη. Το αποτέλεσμα είναι μια χρόνια στρέβλωση που επιβαρύνει δυσανάλογα τα νοικοκυριά, την ώρα που η ενεργειακή ακρίβεια παραμένει από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

ΠΗΓΗ