Η κυβέρνηση Τραμπ σκληραίνει τη στάση απέναντι στο ρωσικό αργό…
Η λήξη της εξαίρεσης για το ρωσικό πετρέλαιο προκαλεί αντιδράσεις από συμμάχους και πιέσεις από ασιατικές χώρες που φοβούνται νέα άνοδο τιμών
Η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να μην ανανεώσει την εξαίρεση που επέτρεπε περιορισμένες αγορές ρωσικού αργού, κλείνοντας ένα σύντομο «παράθυρο» χαλάρωσης των κυρώσεων. Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο που ο πόλεμος με το Ιράν έχει ήδη επιβαρύνει τις παγκόσμιες προμήθειες πετρελαίου, ενώ το σχεδόν κλειστό πέρασμα των Στενών του Ορμούζ στερεί εκατομμύρια βαρέλια από την αγορά .
Οι εξαιρέσεις που είχαν δοθεί τον Μάρτιο και τον Απρίλιο αφορούσαν μόνο φορτία που είχαν ήδη φορτωθεί σε δεξαμενόπλοια, ωστόσο προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από ευρωπαϊκές χώρες. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ θεωρούν ότι κάθε χαλάρωση των κυρώσεων ενισχύει τα έσοδα της Μόσχας και υπονομεύει την πίεση προς τη Ρωσία, τη στιγμή που οι τιμές του αργού κινούνται ανοδικά .
Την ίδια ώρα, ασιατικές χώρες όπως η Ινδία και η Ινδονησία είχαν ζητήσει επίμονα παράταση της εξαίρεσης, καθώς εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου και αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον είχε αρχικά αφήσει να εννοηθεί ότι δεν θα υπάρξει νέα άδεια, όμως οι πιέσεις από «τις πιο ευάλωτες και φτωχότερες ενεργειακά χώρες», όπως ανέφερε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, οδήγησαν σε προσωρινή μεταστροφή τον Απρίλιο .
Παρά τη σημερινή αυστηροποίηση, η κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας εξαίρεσης, εφόσον η αγορά πετρελαίου σφίξει περαιτέρω ή οι ασιατικοί σύμμαχοι επανέλθουν με νέες πιέσεις. Η ενεργειακή αστάθεια και η γεωπολιτική ένταση καθιστούν δύσκολη την εξισορρόπηση ανάμεσα στη στρατηγική πίεση προς τη Ρωσία και την ανάγκη σταθερότητας στις διεθνείς αγορές.
Η στάση της Ουάσιγκτον διαμορφώνεται πλέον σε ένα περιβάλλον όπου οι παγκόσμιες ροές πετρελαίου επηρεάζονται από πολλαπλές κρίσεις, ενώ οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα τις οικονομικές επιπτώσεις και τις γεωπολιτικές δεσμεύσεις τους. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η αυστηροποίηση των κυρώσεων θα παραμείνει σταθερή ή αν οι πιέσεις της αγοράς θα οδηγήσουν σε νέα αναδίπλωση.