Ποιοι έκαψαν την Marfin;;
Ποιοι έκαψαν την Marfin;;
Μια φωτιά που διέλυσε την συγκέντρωση-σεισμό κατά των Μνημονίων;;

……………………………………..
Marfin: 16 χρόνια από την τραγωδία με τους 3 νεκρούς – Το χρονικό, οι συγκλονιστικές περιγραφές και η δικαίωση που δεν ήρθε ποτέ
Από το enikos.gr
Δεκαέξι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την τραγωδία στη Marfin με τους 3 νεκρούς. Ήταν 5 Μαΐου του 2010 όταν, κατά τη διάρκεια μεγάλου αντιμνημονιακού συλλαλητηρίου, το κτίριο της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου δέχθηκε επίθεση με μολότοφ. Εκείνη την ώρα στην τράπεζα βρίσκονταν περίπου 25-30 εργαζόμενοι.
Οι περισσότεροι κατόρθωσαν να διαφύγουν, πέντε εργαζόμενους διέσωσε η πυροσβεστική, ωστόσο τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πρόκειται για την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια, τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσακάλη και την 32χρονη έγκυο στο πρώτο της παιδί, Αγγελική Παπαθανασοπούλου.
Η 35χρονη Παρασκευή εντοπίστηκε από την Πυροσβεστική στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, η 32χρονη Αγγελική, η οποία ήταν έγκυος βρέθηκε κοντά στην μπαλκονόπορτα και ο 36χρονος Επαμεινώνδας εντοπίστηκε στις σκάλες μεταξύ του πρώτου και δεύτερου ορόφου.
Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσάφτη «ο καπνός και τα τοξικά αέρια από την καύση των πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν αμέσως. Απώλεσαν τις αισθήσεις τους και λίγο μετά πέθαναν». Όταν βρέθηκαν είχαν τα στόματά τους ανοιχτά και τα πρόσωπά τους ήταν μαύρα από τον καπνό. Φαίνεται πως είχαν προσπαθήσει να βγουν από το εσωτερικό του κτιρίου από την πόρτα της ταράτσας, η οποία όμως δεν άνοιγε.
Συγκλονίζουν οι περιγραφές: «Φώναζαν “κάψτε τους”»
«Εγώ ήμουν στο παράθυρο που βλέπετε και ξαφνικά τρία άτομα με κουκούλες άρχισαν να σπάνε και να πετάνε μολότοφ. Σε δευτερόλεπτα το κτίριο λαμπάδιασε», είχε περιγράψει ο πρώην εργαζόμενος στην τράπεζα, Αλέξανδρος Νικολόπουλος μιλώντας στον ΑΝΤ1. Η Άντζυ Τριανταφύλλου βρισκόταν στον δεύτερο όροφο του κτιρίου.
«Ξαφνικά ακούσαμε από το ισόγειο: “παιδιά καιγόμαστε” και ανέβαιναν όλοι προς τα πάνω. Στο πατάρι, θα πεθαίναμε σαν τα ποντίκια, δεν υπήρχε διέξοδος. Ο καθένας προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του, οι καπνοί τόσο πυκνοί δεν βλέπαμε στο μισό μετρό. Δεν είχαμε πειράξει κανέναν, είχαμε έρθει να δουλέψουμε για το μεροκάματο», σημείωσε η Άντζυ Τριανταφύλλου.
Ο Αλέξανδρος Νικολόπουλος ήταν ο μοναδικός εργαζόμενος που κατάφερε να βγει από την είσοδο του κτιρίου. Οι υπόλοιποι πηδούσαν από τα μπαλκόνια. Δεν θα ξεχάσει ποτέ τους κουκουλοφόρους που φώναζαν: «Κάψτε τους». «Τα δευτερόλεπτα αυτά δεν θα τα ξεχάσω. Μας πετούσαν πέτρες και φώναζαν: “να καείτε όλοι”».
Ένας εκ των μαρτύρων, που βρισκόταν στο πατάρι του ΙΑΝΟΥ, κατέθεσε πως είδε να σπάνε την τζαμαρία της τράπεζας και μετά «έναν ψηλό μελαχρινό που πέταξε μέσα την μολότοφ». Όπως είπε ο μάρτυρας, «οι άλλοι τον τράβηξαν και του είπαν “τι κάνεις ρε μ….”, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήθελαν να κάψουν την τράπεζα. Όπως τον τραβούσαν, σηκώθηκε η μπλούζα του και φάνηκε σώμα νέου». Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης πως αρκετοί από τους διαδηλωτές και ενώ η τράπεζα φλεγόταν και οι υπάλληλοι της είχαν βγει στο μπαλκόνι, τους φώναζαν «να καείτε ρε π@@@@».
Ο τότε υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου, κατέθεσε μεταξύ άλλων, πως λίγο πριν δεχθούν την βομβιστική επίθεση άκουσε κάποιον να φωνάζει «κάψτε το μαγαζί του Τσοχατζόπουλου», ενώ όπως είπε είδε δύο από την “οργανωμένη” ομάδα των δραστών, μετά από εντολή που έδωσε κάποιος, κινήθηκαν απέναντι προς την MARFIN: «Η τράπεζα δεν μπορούσε να έχει ρολά, ήταν νεοκλασικό το κτίριο, οι άνθρωποι ήταν απροστάτευτοι. Έριξαν μέσα ένα ογκώδες αντικείμενο. Μόλις το είδα είπα:” πω, πω, θα τους κάψουν σαν ποντίκια». Σε δευτερόλεπτα έγινε μετά η επίθεση σε μας. Κάποιος έσπασε την βιτρίνα με σφυρί… Αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με την ομάδα της MARFIN . Αυτοί που επιτέθηκαν σε εμάς, εμφανίσθηκαν από το πεζοδρόμιο. Έριξαν δυο μολότοφ πήραμε αμέσως τους πυροσβεστήρες. Τότε εμφανίστηκε και άλλο άτομο και απευθυνόμενος προς εμένα είπε θα σε κάψω. Ό, τι μπορέσαμε να καταλάβουμε, γιατί φορούσε μάσκα. Προσπάθησε να τον απωθήσει ένας εργαζόμενος, αλλά εκείνη την ώρα ξεβιδώνει το μπουκάλι που κρατούσε… Μετά πέταξε υλικό στην ξύλινη σκάλα του καταστήματος».
«Εκείνη την ώρα έλεγες “ή θα σωθώ, ή το επόμενο δίλεπτο δεν θα έχω ανάσα”»
Η Μαρία Καραγιάννη, η οποία είναι το τελευταίο άτομο που έβγαλαν οι πυροσβέστες από το κτίριο, περιέγραψε τις στιγμές τρόμου που βίωσε εκείνη την ημέρα.
«Ήμουν στο υπόγειο και άκουσα πολύ δυνατούς κρότους από ισόγειο του κτηρίου και γυαλιά να σπάνε. Κλειδώσαμε το θησαυροφυλάκιο, και πήρα το 100 από το τηλέφωνο του υπογείου. Με ρωτούσαν “πόσοι είστε στο κτίριο; πόσοι είναι οι επιτιθέμενοι;”. Τους έλεγα “δεν βλέπω από τους καπνούς”. Προσπάθησα να πάρω την πυροσβεστική αλλά δεν λειτουργούσε πια το τηλέφωνο. Από το φόβο μου κινούμενη γρήγορα πήρα δυστυχώς το ασανσέρ για να πάω στον 3ο όροφο όπου ήξερα ότι υπήρχαν παράθυρα».
Όταν έφτασε εκεί, υπήρχε πανζουρλισμός, όπως λέει. «Οι συνάδελφοι ήταν στρυμωγμένοι σε ένα διαδρομάκι μικρό για να βρουν διέξοδο από ένα δωμάτιο που λειτουργούσε ως αποθήκη. Εκεί ήταν ένα κλουβί για τις μονάδες κλιματισμού. Από ό,τι έμαθα ο Ηλίας ο συνάδελφός μας έσπασε με όλες του τις δυνάμεις αυτή την καταπακτή και σιγά-σιγά βοηθώντας ο ένας τον άλλο βγήκαμε σε ένα μπαλκόνι 1Χ2 με κάτι λόγχες και σκαρφάλωναν τα κακόμοιρα για να ανέβουν σε ένα ελενίτ και να βγουν στη Χρήστου Λαδά».
Στην συνέχεια, πήγε στο κεντρικό μπαλκόνι της Σταδίου, αφού είχε αντιληφθεί έναν συνάδελφο στο σημείο, «που μιλούσε στο τηλέφωνο και ήθελα το κινητό αυτό για να πάρουμε κάποιον να του πούμε ότι κινδυνεύουμε. Δεν θυμάμαι αν κατάφερα να περιγράψω την κατάσταση και μετά από λεπτά το απόλυτο χάος. Να φυσάει ο καπνός, να μην βλέπουμε αν μπορούμε να πάμε στο διπλανό κτίριο. Δεν βλέπαμε πού να πατήσουμε. Τρεις από τους πέντε που ήμασταν στο μπαλκόνι κατάφεραν με κίνδυνο της ζωής τους από ένα μικρό περβάζι να περάσουν στο μπαλκόνι του διπλανού κτιρίου».
«Εμείς οι δύο οι τελευταίες που μείναμε στο μπαλκόνι, δεν βλέπαμε, είχε πυκνώσει ο καπνός, δεν μπορούσες να αναπνεύσεις. Σκεφτόμουν ότι στην επόμενη ανάσα δεν θα μπορέσω. Όλη αυτή η για 40 λεπτά… Να λέω “πού είναι η πυροσβεστική;” Ζούσαμε τον απόλυτο τρόμο για 40 λεπτά, εκεί το υπολογίζω. Εκείνη την ώρα έλεγες ή θα σωθώ ή το επόμενο δίλεπτο δεν θα έχω ανάσα και θα πέσω κάτω. Ήταν τραγικές οι στιγμές, ο απόλυτος τρόμος, παράνοια. Εμένα με έβγαλαν τελευταία οι πυροσβέστες από το εσωτερικό του κτηρίου. Ήταν τέτοια η ένταση της φωτιάς που τα πάντα στο κτίριο ήταν σαν να έχει γίνει βομβαρδισμός. Πατούσες συντρίμμια. Τις επόμενες ημέρες είδαμε ότι είχαν σπάσει τα μάρμαρα από τη σκάλα πιθανολογώ από την θερμοκρασία» συνέχισε η εργαζόμενη της τράπεζας.
Για τα τελευταία λεπτά πριν την έξοδο από το κτίριο είπε: «Μου έβαλαν μια αντιασφυξιογόνα μάσκα, ένα μπουφάν στην πλάτη και φωτίζοντας τον δρόμο που μπορούσα να περπατήσω, υποβασταζόμενη κατάφερα να με κατεβάσουν κάτω».
@bebenismanolis #MarfinTruth #JusticeForMarfin#ΜαρίαΚαραγιάννη #ΜαρτυρίαMarfin #Marfin2020 #ΔενΞεχνώMarfin #ΑλήθειαΓιαΤηMarfin #διεκδικούμεαυταπουμαςανηκουν #διεκδικούμε #συλλογικοίαγώνες #piraeus #bank #banks #τραπεζα #piraeusbank #εργασιακή_αξιοπρέπεια #Αξιοπρέπεια #σευτπε #δικαίωση #Κανένας_Μόνος #τικ #τικτοκ_ελλαδα #greece #tiktokgreece #tiktokgreece🇬🇷 #ΕργασιακάΔικαιώματα #ΌχιΣτηνΕκμετάλλευση #ΣεβασμόςΣτοΩράριο #ΔουλειάΌχιΔουλεία #ΌχιΑπλήρωτηΕργασία #ΕργασιακήΑξιοπρέπεια #ΣταματήστεΤηνΥποδούλωση #ΙσορροπίαΖωήςΕργασίας #ΑθέμιτοςΑνταγωνισμός #ΌχιΣτηνΥπερεργασία #ΣεβασμόςΣτουςΕργαζόμενους #ΣυλλογικοίΑγώνες ♬ πρωτότυπος ήχος – Μπεμπένης Μανώλης
Οι ποινές
Ως ύποπτος για τον εμπρησμό της τράπεζας συνελήφθη ένα άτομο (Θ.Σ.), το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη για τα εγκλήματα της «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή τετελεσμένης και εν αποπείρα, της εκρήξεως εκ της οποίας επήλθε θάνατος και κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα, της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικής βόμβας και της απρόκλητης φθοράς ξένης περιουσίας διά εκρήξεως από πρόσωπο που είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του». Το βούλευμα αναφέρει ότι υπήρχαν και άλλα δύο άτομα αυτουργοί του εμπρησμού, τα οποία είναι άγνωστα. Ταυτόχρονα παραπέμφθηκε σε δίκη ένα ακόμα πρόσωπο για τον εμπρησμό στο βιβλιοπωλείο “Ιανός”.
Έπειτα από πολλές αναβολές, η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016 χωρίς κάποιος από τους αυτουργούς του εμπρησμού να έχει καταδικαστεί. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται αναρχικός, κρίθηκε ομόφωνα αθώος από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής». Αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν στη δίκη ότι ο εμπρησμός έγινε από ομάδα που είχε δομή και ήταν συντεταγμένη. Πυροσβέστες κατέθεσαν ότι κάποιοι διαδηλωτές τους εμπόδιζαν να προσεγγίσουν ενώ άλλοι προσπαθούσαν να τους απομακρύνουν, αλλά γενικά το μεγάλο πλήθος των διαδηλωτών τους διευκόλυνε να φτάσουν στο υποκατάστημα.
Σε άλλη δίκη που ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2013 κρίθηκαν ένοχοι ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του καταστήματος για φόνο εξ αμελείας τριών υπαλλήλων, για σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού. Τα τρία στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, οι δύο πρώτοι 22 ετών και η διευθύντρια του καταστήματος πέντε ετών και ενός μήνα.