Υγεία μόνον για πλούσιους…

Υγεία μόνον για πλούσιους...
75 / 100 SEO Score

Κόλαφο για το δημόσιο σύστημα υγείας συνιστά έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που είδε χθες το φως της δημοσιότητας. Τη στιγμή μάλιστα που το Υπουργείο Υγείας «πανηγυρίζει» ότι με το «βραχιολάκι» στους ασθενείς μειώθηκε ο χρόνος αναμονής στα επείγοντα περιστατικά από 9 σε 5 ώρες…

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Η Υγεία αποτελεί θεμελιώδες αγαθό και για ακριβώς αυτόν τον λόγο το Σύνταγμα της χώρας προβλέπει ότι «το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών…». Κατά τα φαινόμενα, όμως, δεν «μεριμνά» αρκετά ή εντέλει δεν «μεριμνά» για όσους έχουν πράγματι την ανάγκη του.

Γράφει ο Ν. Γ. Δρόσος

Για την ακρίβεια, στοιχεία που περιέχονται σε έρευνα που έδωσε χθες στην δημοσιότητα η Επιτροπή Ανταγωνισμού, για τη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα υγείας στην Ελλάδα, συνιστούν, επί της ουσίας, κόλαφο για τον δημόσιο τομέα. Και τούτο, καθώς αναδεικνύουν μία εικόνα σταδιακής απαξίωσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η οποία αφενός ωθεί ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, εφόσον διαθέτει το απαραίτητο βαλάντιο, αφετέρου «εξαναγκάζει» το πλέον αδύναμο τμήμα του πληθυσμού σε δημόσιες υπηρεσίες κατώτερες των απαιτήσεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την περίοδο 2012-2021 περιορίστηκε ο αριθμός των δημοσίων νοσοκομείων, είτε με τη μέθοδο της συγχώνευσης και της κοινής διοίκησης είτε με τη μέθοδο της μείωσης των κλινικών.

Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, που επικαλείται η Ε.Α., ενώ το 2012 η χώρα μας διέθετε 133 δημόσια νοσοκομεία (ΝΠΔΔ), το 2021 μειώθηκαν σε 124. Ταυτόχρονα, όμως, η οικονομική κρίση που διήλθε η χώρα μας κατ’ αυτήν την περίοδο ώθησε ένα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού από τις ιδιωτικές υπηρεσίες Υγείας, στο δημόσιο σύστημα Υγείας, πιέζοντας το ακόμη περισσότερο.

Είναι αναστρέψιμη αυτή η εικόνα; Θα ήταν διαμέσου της αύξησης της χρηματοδότησης του δημοσίου συστήματος Υγείας, όμως, – σύμφωνα με την έρευνα της Ε.Α. το ποσοστό των δημόσιων δαπανών και επενδύσεων στην υγεία είναι χαμηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Συγκεκριμένα, «το ποσοστό των συνολικών δαπανών που καλύπτεται από το δημόσιο ανήλθε σχεδόν στο 60% το 2019 και αυξήθηκε στο 62% το 2022, ωστόσο είναι σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ (81%)».

Όσον αφορά δε στις δημόσιες δαπάνες για τον τομέα Υγείας, η έκθεση σημειώνει ότι αν και διαμορφώνονται ως ποσοστό στο 5,9% του ΑΕΠ για το 2020, έναντι 6,6% στην ΕΕ27, «… δύναται να επηρεάσει την παροχή αξιόπιστης και ποιοτικής ιατρικής και νοσοκομειακής φροντίδας στον πληθυσμό, και ιδίως σε εκείνους που δεν έχουν τις εναλλακτικές της προσφυγής σε ιδιώτες παρόχους…».

Σημειώνεται δε στην ίδια έρευνα ότι «πολύ μεγάλο ποσοστό των συνολικών δαπανών (35% το 2019 και 34% το 2023) καλύπτεται απευθείας από τα νοικοκυριά (out-of-pocket)».

Αντίθετα, «η ιδιωτική ασφάλιση καλύπτει ένα μικρό ποσοστό των συνολικών δαπανών για την υγεία. Συγκεκριμένα, το 2019, η Ελλάδα ήταν η τρίτη χώρα στην ΕΕ σε επίπεδο άμεσων ιδιωτικών πληρωμών ως ποσοστού των δαπανών για την υγεία (35%, έναντι μέσου όρου 15,4 % στην ΕΕ).»

νοσοκομειο

Συμπεραίνεται δε ότι « η μεγάλη εξάρτηση από τις άμεσες ιδιωτικές πληρωμές για ιατρικές δαπάνες στην Ελλάδα σημαίνει ότι ένα μεγάλο ποσοστό των νοικοκυριών αντιμετωπίζει «καταστροφικές δαπάνες» για την υγεία, δηλ. άμεσες πληρωμές που ξεπερνούν το 40% των συνολικών δαπανών ενός νοικοκυριού, αφού αφαιρεθούν οι δαπάνες κάλυψης βασικών αναγκών».

Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης έρευνας, «…καταγράφεται χαμηλή ικανοποίηση από τις υπηρεσίες υγείας του δημοσίου τομέα τόσο για τον γενικό πληθυσμό όσο και για τους χρήστες των υπηρεσιών υγείας…»

Σύμφωνα με δημοσκόπηση που έγινε τον Μάρτιο του 2025 για λογαριασμό του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, «το 61,1% των ερωτηθέντων δήλωσε «δυσαρεστημένος/η» από τις υπηρεσίες υγείας του δημόσιου τομέα».

Κοντολογίς, βάσει μίας μελέτης που διενήργησε μία Ανεξάρτητη Αρχή , όπως η Επιτροπή Ανταγωνισμού, καταδεικνύεται αφενός ότι το κράτος δεν προσφέρει τις υπηρεσίες που θα όφειλε να προσφέρει, βάσει των φόρων που εισπράττει από τον κάθε συνεπή φορολογούμενο πολίτη, αφετέρου ότι η πλειονότητα των νοικοκυριών αναγκάζεται να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, εάν έχει τη δυνατότητα, ώστε… να βρει την υγειά του στον ιδιωτικό τομέα.

Μετά από όλα αυτά, δε, «πανηγυρίζει» το Υπουργείο Υγείας ότι το “βραχιολάκι” στους ασθενείς μειώνει τον χρόνο αναμονής στα επείγοντα περιστατικά από 9 σε 5 ώρες!

Μπράβο τους, λοιπόν, αν και το να περιμένεις 5 ώρες για να σε δει ένας γιατρός στα επείγοντα, ούτε στον εχθρό μου δεν το εύχομαι.

…………………..

Το κόλπο με τα ασφάλιστρα υγείας: Ο δείκτης που τα εκτόξευσε!

Ένα μηχανισμό που οδήγησε σε στα μακροχρόνια συμβόλαια υγείας, όπου οι ασφαλισμένοι είναι «κλειδωμένοι» και δεν μπορούν να αλλάξουν εταιρεία, δημιούργησε η κυβέρνηση, καθιερώνοντας ως βάση υπολογισμού των αυξήσεων τον Ενιαίο Δείκτη Υγείας (ΕΔΥ).

Φέτος τον κατήργησε μετά από έντονες αντιδράσεις, για να φέρει ένα νέο δείκτη που ακόμη δεν έχει καταρτισθεί.

Στην τελική της έκθεση για τον κλάδο της υγείας, η Επιτροπή Ανταγωνισμού αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στο «φούσκωμα» των ασφαλίστρων που προκάλεσε ο ΕΔΥ, εξηγώντας ότι ο συγκεκριμένος δείκτης διαφέρει πολύ από τον δείκτη Υγείας της ΕΛΣΤΑΤ.

Δεν καταγράφει μόνο τις μεταβολές τιμών των ιατρικών πράξεων, όπως ο δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά τη συνολική μεταβολή των ασφαλιστικών αποζημιώσεων, η οποία επηρεάζεται από τον αριθμό των πράξεων που γίνονται συνολικά και μπορεί να είναι αυξημένες λόγω της πανδημίας ή της γήρανσης του πληθυσμού.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαφοροποίησης βγάζει… μάτι: ενώ την περίοδο 2011 – 2023 ο δείκτης Υγείας της ΕΛΣΤΑΤ αυξήθηκε σωρευτικά κατά 9%, η αντίστοιχη αύξηση του ΕΔΥ ήταν 55% (πίνακας)!

Με βάση αυτές τις αυξήσεις στον ΕΔΥ, οι ασφαλιστικές εταιρείες αύξησαν τα ασφάλιστρα στα μακροχρόνια συμβόλαια, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, που υποχρέωσαν τον Τ. Θεοδωρικάκο να ανατρέψει τη ρύθμιση του Αδ. Γεωργιάδη και να «αποσύρει» τον ΕΔΥ.

Έτος ΕΔΥ – Μέσο κόστος ζημιάς (€) Διαφορά %
Δείκτης Υγείας ΕΛΣΤΑΤ
2011 2938
2012 2781 -5.3 2.9
2013 2781 0.0 -1.1
2014 2819 1.4 -0.3
2015 3118 10.6 2.6
2016 3235 3.8 3.4
2017 3348 3.5 -0.7
2018 3417 2.1 0.5
2019 3724 9.0 0.0
2020 4120 10.6 0.0
2021 4141 0.5 0.1
2022 4375 5.7 0.6
2023 4563 4.3 1.1
Μεταβολή 2023-2011 55.3 9.2

Τι διαπιστώνει η Επ. Ανταγωνισμού

Ο Ενιαίος Δείκτης Υγείας (ΕΔΥ), που ίσχυσε από το 2024 έως τις αρχές του 2025, συνέβαλε σημαντικά στις αυξήσεις των ασφαλίστρων των μακροχρόνιων συμβολαίων υγείας. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού (ΕΑ) επισημαίνει ότι η χρήση του ΕΔΥ και η σχετική νομοθεσία δημιούργησαν προβλήματα, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον σχεδιασμό του νέου δείκτη Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ).

επιτροπη ανταγωνισμου

Ο ΕΔΥ ήταν μια αριθμητική τιμή που υπολογιζόταν από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και χρησιμοποιούνταν για την ετήσια αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων σε μακροχρόνιες συμβάσεις υγείας.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα και τη συζήτηση στη Βουλή, οι ασφαλιστικές εταιρείες ανακοίνωσαν αυξήσεις στα ασφάλιστρα κατά 14% για το 2024 και 14,6% για το 2025, ποσοστά που αντιστοιχούσαν στις τιμές του ΕΔΥ για το 2022 και 2023 αντίστοιχα.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αύξηση του μέσου κόστους ζημίας ανά περιστατικό και τον Δείκτη Τιμών Υγείας (ΔΤΥ) της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύει την αδυναμία του ΕΔΥ να αποτελέσει αντιπροσωπευτικό δείκτη τιμών.

Συγκεκριμένα, για την περίοδο 2011-2023, η συνολική αύξηση του μέσου κόστους ζημίας ήταν 55,3%, ενώ η αύξηση του ΔΤΥ/Νοσοκομειακή Περίθαλψη της ΕΛΣΤΑΤ ήταν μόνο 9,2%.

Η ΕΑ εξηγεί ότι ο ΕΔΥ δεν αποτελεί δείκτη τιμών με τη συνήθη έννοια, καθώς δεν βασίζεται σε τιμοληψίες συγκεκριμένων προϊόντων, αλλά αντανακλά την ετήσια μεταβολή του μέσου καθαρού κόστους κάλυψης. Αυτό το κόστος επηρεάζεται, εκτός από τις τιμές μονάδας, από τον αυξημένο όγκο υπηρεσιών ανά περιστατικό και την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ζημιών λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

Χρειάζεται προσοχή και με τον ΕΔΑ

Λόγω των προβλημάτων που δημιούργησε ο ΕΔΥ, αντικαταστάθηκε από τον υπό διαμόρφωση ΕΔΑ, ο οποίος θα εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2026. Η ΕΑ συνιστά ιδιαίτερη προσοχή στον σχεδιασμό και την εφαρμογή του νέου δείκτη, τονίζοντας ότι η κρατική παρέμβαση στον καθορισμό των τιμών μπορεί να προκαλέσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.

Η ΕΑ επισημαίνει τέσσερις κύριους λόγους για τους οποίους ο ΕΔΥ, και ενδεχομένως ο ΕΔΑ, μπορεί να είναι προβληματικοί:

  1. Αμβλυνση του ανταγωνισμού: Η ύπαρξη ενός δείκτη που καθορίζεται εξωγενώς αφαιρεί από τις ασφαλιστικές εταιρείες το κίνητρο να διαπραγματευτούν χαμηλότερες αποζημιώσεις με τους παρόχους υγείας. Οι εταιρείες μπορούν να λειτουργούν ως “παθητικοί μεσάζοντες,” μετακυλίοντας τις αυξήσεις στους καταναλωτές.
  2. Εγκλωβισμός καταναλωτών: Ο δείκτης “αντικειμενικοποιεί” τις αυξήσεις, καθιστώντας τους καταναλωτές παθητικούς δέκτες. Οι ασφαλισμένοι σε μακροχρόνια συμβόλαια είναι “κλειδωμένοι” σε μία εταιρεία, καθώς η καταγγελία της σύμβασης θα σήμαινε σημαντική περιουσιακή ζημιά και χαμηλές πιθανότητες νέας ασφάλισης, ειδικά για τους ηλικιωμένους.
  3. Εστιακό σημείο για τιμολογιακή εναρμόνιση: Ο δείκτης λειτουργεί ως “focal point,” ένα κοινό σημείο αναφοράς για όλες τις ασφαλιστικές. Έτσι, αντί να ανταγωνίζονται τιμολογιακά, οι εταιρείες έχουν κίνητρο να αναπροσαρμόζουν τα ασφάλιστρα βάσει του δείκτη, γεγονός που οδηγεί σε εναρμονισμένη συμπεριφορά χωρίς να υπάρχει ανάγκη ρητής επικοινωνίας (συμπαιγνίας).
  4. Αδιαφάνεια: Ο ΕΔΥ (και πιθανόν ο ΕΔΑ) δεν λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους κόστους ενός ασφαλιστικού προϊόντος, αλλά μόνο το κόστος των αποζημιώσεων. Η επιβολή μιας ποσοστιαίας αύξησης ασφαλίστρων ίσης με την αύξηση του δείκτη οδηγεί σε αυτόματη αύξηση του κέρδους των ασφαλιστικών, κάτι που εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο οι αυξήσεις είναι εύλογες.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υπογραμμίζει την ανάγκη για έναν δείκτη που θα είναι συμβατός με το νομοθετικό πλαίσιο, διαφανής και δεν θα δημιουργεί κίνητρα για χειραγώγηση. Η ρύθμιση πρέπει να συνυπολογίζει τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και να επιλέγει τον τρόπο δράσης που οδηγεί σε περισσότερο, και όχι λιγότερο, ανταγωνισμό προς όφελος των καταναλωτών.

ΠΗΓΗ