Στην γραμμή τραπεζών-servicers-funds ο Άρειος Πάγος!!
Την ώρα που η Πρόεδρος του ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, κα Ιωάννα Κλάπα, προτείνει τον δραστικό περιορισμό της δικαστικής ύλης και των ένδικων μέσων, καθώς και την σύνταξη αποφάσεων με συμπυκνωμένο και περιεκτικό λόγο, χωρίς ατέρμονες νομικές σκέψεις, οι SERVICERS, σε ότι αφορά τις ανακοπές, έχουν το θράσος να ζητούν από την Κυβέρνηση ακόμη και και την καθιέρωση ανεκκλήτου των αποφάσεων του πρώτου βαθμού, συνδυαστικά με τον περιορισμό των λόγων ανακοπής σε προχωρημένα στάδια της εκτελεστικής διαδικασίας, ιδιαίτερα δε . μετά τον πλειστηριασμό, είτε από τον οφειλέτη είτε από τρίτους, επισημαίνοτνας (ΑΚΟΥΣΟΝ-ΑΚΟΥΣΟΝ !!!) πως δεν είναι δυνατόν να ασκούνται ανακοπές με τις οποίες δηλώνεται άρνηση της ύπαρξης των απαιτήσεων των τιτλοποιήσεων……
H Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ι. Κλάπα προτείνει “δραστικό περιορισμό δικαστικής ύλης” και ενδίκων μέσων
Μείωση της δικαστικής ύλης, περιορισμό δηλαδή των υποθέσεων που καταλήγουν να επιλύονται στα δικαστήρια, αλλά και περιορισμό των ενδίκων μεσων στα δικαστήρια, ζητεί με παρέμβασή της η προεδρος του Αρείου Πάγου Ιωάννα Κλάπα – Χριστοδουλέα. Η ανώτατη δικαστής της χωρας αναλύοντας τα δεδομένα για την ελληνική Δικαιοσύνη , κατέθεσε ξεκάθαρα την πρόταση πως “είναι πρωταρχικής σημασίας να επιτευχθεί σημαντικός περιορισμός των διαφορών που φέρονται προς επίλυση στα δικαστήρια, δηλαδή, δραστικός περιορισμός της δικαστικής ύλης. Ο περιορισμός του αριθμού των διαφορών θέτει, πρωτίστως, το ζήτημα των ενδίκων μέσων. Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν χρειάζεται όλες οι υποθέσεις να κρίνονται δύο φορές ή αν, ακόμη, είναι σκόπιμο ο νομοθέτης να περιορίσει τους λόγους της έφεσης, αλλά και της αναίρεσης. Η ανάγκη περιορισμού των διαφόρων ενδίκων μέσων ενδιαφέρει και την ποινική δίκη”.
Δικαιοσύνη και επενδύσεις
Μιλώντας στο συνέδριο του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου με θέμα “Δικαιοσύνη και οικονομική ανάπτυξη” , η κα Κλάπα σημείωσε πως “η βραδύτητα στο ρυθμό απονομής της δικαιοσύνης, η οποία συχνά οδηγεί σε καταστάσεις αρνησιδικίας, προκαλεί σοβαρά προβλήματα, διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό και υπονομεύει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Προκαλεί σημαντικά εμπόδια στην καθημερινότητα των πολιτών, στις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα, αποτελεί ανασχετικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης”.

Παρέθεσε δε συγκεκριμένα στοιχεία:
– “Έχουμε πάρα πολλές εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις σε σχέση με τον πληθυσμό μας, τις περισσότερες διοικητικές και τις περισσότερες αστικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναλογικά δε καθυστερούμε στην εκδίκασή τους, όντας οι πιο αργοί στις αστικές και από τους πιο αργούς στις διοικητικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση”.
-”Και τούτο, παρότι, με βάση τα τελευταία στοιχεία του 2020, η χώρα μας έχει τον τέταρτο μεγαλύτερο αριθμό δικαστών στην Ε.Ε. και τον τρίτο, κατά σειρά, μεγαλύτερο αριθμό δικηγόρων, πίσω από το Λουξεμβούργο και την Κύπρο”.
Οσον αφορά τις συνέπειες εξήγησε γιατι η Ελλάδα εχει πληρώσει πολλά εκατομμυρια σε καταδίκες για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περι δίκαιης δίκης (εύλογος χρόνος διάρκειας δίκης):
– Διαπιστώνεται “στρέβλωση συστημικού χαρακτήρα τόσο στη διοικητική όσο και στην πολιτική και ποινική δίκη, με συνέπεια να κατέχει την τέταρτη χειρότερη θέση μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε., ως προς το χρόνο που απαιτείται για να επιλυθεί μια αστική ή εμπορική διαφορά και να έχει πληρώσει μεγάλα ποσά σε αποζημιώσεις από καταδίκες που της επιβλήθηκαν με αποφάσεις. Μια βραδυπορούσα και ασθμαίνουσα Δικαιοσύνη, ακόμη και αν είναι ανεξάρτητη, δεν μπορεί να επιτελέσει την αποστολή της”.
Σημείωσε δε πως πως “πρέπει να επισημανθεί, αντικρούοντας τις αντίθετες φωνές, ότι οι Έλληνες δικαστές και οι Έλληνες δικηγόροι απολαμβάνουν το υψηλότερο επίπεδο ανεξαρτησία εντός της Ε.Ε”.
Μείωση ενδίκων μέσων
Εθεσε μάλιστα προς προβληματισμό τις σκέψεις για μείωση των ενδίκων μέσων, την καταφυγή και επίλυση των διαφορών με άλλες μορφές όπως η διαμεσολάβηση, ο συμβιβασμός με εκατέρωθεν παραχωρήσεις και η διαιτησία. Οσον αφορά δε την πολιτική δίκη ήταν εξαιρετικά σαφής:
“Φρονώ ότι αλλαγές στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης μπορούν να μειώσουν δραστικά το χρόνο επίλυσης των διαφορών, Τέτοιες μπορεί να θεωρηθούν
α) η απλοποίηση των διαδικασιών (π.χ. συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις), ώστε να περιοριστεί η απόρριψη λόγω αοριστίας και γενικά ο περιορισμός των δικονομικών απαραδέκτων, ώστε να διασφαλιστεί η ουσιαστική πρόοδος της δίκης,
β) η ενοποίηση των ειδικών διαδικασιών,
γ) ο αποκλεισμός υποθέσεων λόγω ποσού και η επίλυση των μικροδιαφορών μόνον εξωδικαστικά, δ) ο αποκλεισμός των αναβολών ενώπιον του εφετείου ή και του Αρείου Πάγου,
ε) η σύνταξη αποφάσεων, αιτιολογημένων μεν, όπως απαιτεί το Σύνταγμα, αλλά με συμπυκνωμένο, τεκμηριωμένο και περιεκτικό λόγο, χωρίς ατέρμονες νομικές σκέψεις”.
Ολόκληρη η τοποθέτηση της Προέδρου του Αρείου Πάγου, εχει ως εξης:
“Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος είναι μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους της κοινωνικής σταθερότητας αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης.
Προκειμένου η Δικαιοσύνη να εκπληρώσει τη συνταγματική της αποστολή, οφείλει όχι μόνον να είναι πλήρης και αποτελεσματική, αλλά και να απονέμεται σε εύλογο χρόνο. Πρέπει, δηλαδή, να πληρούνται δύο βασικές προϋποθέσεις:ταχύτητα και ποιότητα. Εξάλλου, η ταχύτητα αποτελεί και στοιχείο της ποιότητας.
Η βραδύτητα στο ρυθμό απονομής της δικαιοσύνης, η οποία συχνά οδηγεί σε καταστάσεις αρνησιδικίας, προκαλεί σοβαρά προβλήματα, διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό και υπονομεύει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Προκαλεί σημαντικά εμπόδια στην καθημερινότητα των πολιτών, στις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα, αποτελεί ανασχετικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης.
Η ταχύτητα επίλυσης όλων των δικαστικών διαδικασιών, που αφορούν σε επιχειρήσεις αποτελεί παράγοντα επιβίωσης για πολλές ελληνικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Οι υπέρμετρες καθυστερήσεις δημιουργούν αβεβαιότητα στους επενδυτές, επιβαρύνουν ή και ματαιώνουν επιχειρηματικά εγχειρήματα και αποθαρρύνουν την προσέλκυση κεφαλαίων και επενδύσεων από το εξωτερικό. Όταν οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να επιλύσουν γρήγορα και αποτελεσματικά τις νομικές τους διαφορές, αντιμετωπίζουν απρόβλεπτα κόστη και κινδύνους, που είναι δυνατό να επηρεάσουν αρνητικά την απόδοσή τους. Αυξημένο κόστος νομικής εκπροσώπησης και παρατεταμένες διαπραγματεύσεις επηρεάζουν αρνητικά τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Είναι αυτονόητο ότι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς διαθέτουν περιορισμένους πόρους για να αντιμετωπίσουν τις παρατεταμένες νομικές διαδικασίες.
Χώρες με αργό σύστημα δικαιοσύνης μπορεί να χάνουν επενδυτικές ευκαιρίες προς όφελος χωρών, με πιο αποδοτικά δικαστικά συστήματα.
Η προστασία των συμβατικών δικαιωμάτων και η επίλυση των αντίστοιχων υποχρεώσεων, κατ’ εφαρμογή του ενωσιακού, διεθνούς και εσωτερικού δικαίου, είναι κρίσιμη για την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Ένα πρώτο, αυτονόητο, αίτιο της βραδύτητας στην απονομή της δικαιοσύνης είναι ο όγκος των υποθέσεων. Έχουμε πάρα πολλές εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις σε σχέση με τον πληθυσμό μας, τις περισσότερες διοικητικές και τις περισσότερες αστικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναλογικά δε καθυστερούμε στην εκδίκασή τους, όντας οι πιο αργοί στις αστικές και από τους πιο αργούς στις διοικητικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και τούτο, παρότι, με βάση τα τελευταία στοιχεία του 2020, η χώρα μας έχει τον τέταρτο μεγαλύτερο αριθμό δικαστών στην Ε.Ε. και τον τρίτο, κατά σειρά, μεγαλύτερο αριθμό δικηγόρων, πίσω από το Λουξεμβούργο και την Κύπρο.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί, αντικρούοντας τις αντίθετες φωνές, ότι οι Έλληνες δικαστές και οι Έλληνες δικηγόροι απολαμβάνουν το υψηλότερο επίπεδο ανεξαρτησία εντός της Ε.Ε.
Η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος είναι μια διανοητική εργασία. Ο δικαστής δεν ασκεί ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Δεν είναι και δεν πρέπει να είναι υπάλληλος, που ενεργεί διεκπεραιωτικά. Οφείλει να είναι ένας λειτουργός, που ενεργεί με επιμέλεια και ενδιαφέρον για την ποιότητα του πνευματικού του έργου, δηλαδή της δικαστικής απόφασής, ενσύπτοντας σε κάθε υπόθεση (πολιτική, ποινική ή διοικητική), ωσάν να είναι μοναδική, με απόλυτη ενσυναίσθηση της βαρύτητάς της και των επιπτώσεων της κρίσεώς του στους διαδίκους.
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι πλούσια ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, περιεχόμενο της οποίας αποτελεί η απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Δυστυχώς, στο ζήτημα αυτό η χώρα μας παρουσιάζει, κατά το ΕΔΔΑ, στρέβλωση συστημικού χαρακτήρα τόσο στη διοικητική όσο και στην πολιτική και ποινική δίκη, με συνέπεια να κατέχει την τέταρτη χειρότερη θέση μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε., ως προς το χρόνο που απαιτείται για να επιλυθεί μια αστική ή εμπορική διαφορά και να έχει πληρώσει μεγάλα ποσά σε αποζημιώσεις από καταδίκες που της επιβλήθηκαν με αποφάσεις. Μια βραδυπορούσα και ασθμαίνουσα Δικαιοσύνη, ακόμη και αν είναι ανεξάρτητη, δεν μπορεί να επιτελέσει την αποστολή της.
Πέραν των προβλημάτων, που οφείλονται σε βαρυπορούντες ή και ανεπαρκείς δικαστές, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει μια εύλογη χρονική απόσταση μεταξύ της γένεσης της διαφοράς και της επίλυσής της και τούτο διότι χρειάζεται χρόνος για ωρίμανση και μελέτη. Αυτό, όμως, προϋποθέτει περιορισμένο αριθμό υποθέσεων. Όταν οι διαφορές είναι πολλές, υπερβολικά πολλές, τότε η λειτουργία της δικαιοσύνης υφίσταται στρέβλωση.
Φρονώ ότι είναι πρωταρχικής σημασίας να επιτευχθεί σημαντικός περιορισμός των διαφορών που φέρονται προς επίλυση στα δικαστήρια, δηλαδή, δραστικός περιορισμός της δικαστικής ύλης. Ο περιορισμός του αριθμού των διαφορών θέτει, πρωτίστως, το ζήτημα των ενδίκων μέσων. Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν χρειάζεται όλες οι υποθέσεις να κρίνονται δύο φορές ή αν, ακόμη, είναι σκόπιμο ο νομοθέτης να περιορίσει τους λόγους της έφεσης, αλλά και της αναίρεσης. Η ανάγκη περιορισμού των διαφόρων ενδίκων μέσων ενδιαφέρει και την ποινική δίκη.
Οι εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών, εφόσον χρησιμοποιηθούν μαζικά, προσφέρουν τη δυνατότητα δραστικής μείωσης του όγκου των διαφορών, που υποβάλλονται προς δικαστική επίλυση. Στις μορφές αυτές περιλαμβάνονται η διαμεσολάβηση, ο συμβιβασμός με εκατέρωθεν παραχωρήσεις και η διαιτησία. Φρονώ ότι αλλαγές στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης μπορούν να μειώσουν δραστικά το χρόνο επίλυσης των διαφορών, Τέτοιες μπορεί να θεωρηθούν α) η απλοποίηση των διαδικασιών (π.χ. συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις), ώστε να περιοριστεί η απόρριψη λόγω αοριστίας και γενικά ο περιορισμός των δικονομικών απαραδέκτων, ώστε να διασφαλιστεί η ουσιαστική πρόοδος της δίκης, β) η ενοποίηση των ειδικών διαδικασιών, γ) ο αποκλεισμός υποθέσεων λόγω ποσού και η επίλυση των μικροδιαφορών μόνον εξωδικαστικά, δ) ο αποκλεισμός των αναβολών ενώπιον του εφετείου ή και του Αρείου Πάγου, ε) η σύνταξη αποφάσεων, αιτιολογημένων μεν, όπως απαιτεί το Σύνταγμα, αλλά με συμπυκνωμένο, τεκμηριωμένο και περιεκτικό λόγο, χωρίς ατέρμονες νομικές σκέψεις.
Ήδη η πολιτική και ποινική δικαιοσύνη στη χώρα μας βρίσκεται μπροστά στην εφαρμογή ενός σημαντικού εργαλείου για την οργάνωση και την αποδοτικότητα του δικαστικού συστήματος. Από την ένωση και την αναδιοργάνωση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων προσδοκούμε βάσιμα την ταχύτερη διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων, η οποία θα καταστεί ευχερέστερη με την εισαγωγή και χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών, που, οπωσδήποτε, θα συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο ευέλικτου, προσιτού και διαφανούς δικαστικού συστήματος. Βέβαια, όλες οι σημαντικές αυτές μεταρρυθμίσεις θα αδυνατίσουν, εάν δεν εξασφαλιστεί η ενεργή και δυναμική συμμετοχή και υποστήριξη των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων.
Θα χρειαστεί χρόνος, επιμονή, υπομονή και πίστη στη βελτίωση της ποιότητας της δικαιοσύνης, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το βαθμό πολιτισμού της κοινωνίας, στο πλαίσιο της οποίας απονέμεται”.
…………….
Οι Servicers απαιτούν περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων των δανειοληπτών!
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει το Capital.gr: «Στη νέα συνάντηση που θα έχουν την ερχόμενη Παρασκευή στελέχη των υπουργείων Οικονομικών και Δικαιοσύνης με τους εκπροσώπους των servicers, αλλά και της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), θα τεθούν επί τάπητος όλα τα ζητήματα εκείνα που δημιουργούν προσκόμματα στη διαχείριση των “κόκκινων” δανείων, τα οποία αν και βγήκαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών, εντούτοις παραμένουν στην οικονομία.
Πρόκειται για χαρτοφυλάκια, ύψους περίπου 70 δισ. ευρώ (σ.σ. με στοιχεία α’ τριμήνου του 2024), πολλά από τα οποία, μάλιστα, είναι συνδεδεμένα με ακίνητα. “Εάν πράγματι υπάρχουν εμπόδια, τότε αυτά θα πρέπει να βγουν από τη μέση”, σχολιάζουν στο Capital.gr πηγές με γνώση των σχετικών συζητήσεων.
Ένα από τα ζητήματα, για παράδειγμα, που δυσκολεύει το έργο των servicers, επηρεάζοντας, ταυτόχρονα και τους ίδιους τους δανειολήπτες, αφού έχει αντίκτυπο στην αξία του ακινήτου, είναι η έλλειψη ανταγωνισμού στη διαδικασία του πλειστηριασμού που εν πολλοίς οφείλεται και στην απουσία πληροφόρησης από πλευράς όσων ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν. Όπως τόνισε, άλλωστε, ο κ. Βασίλης Πάτρας, Business Development Director της Landea, η ελλιπής πληροφόρηση λειτουργεί αποτρεπτικά για μεγάλη μερίδα αγοραστών και δη, εκείνων που επιθυμούν να διαμείνουν σε αυτό, για ιδιοχρησία. Προς αυτή την κατεύθυνση, οι servicers φέρεται να ζητούν από την κυβέρνηση ο επισπεύδων να έχει τη δυνατότητα λήψης φωτογραφιών του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου. Όπως, ωστόσο, αποκάλυψε στο ίδιο συνέδριο η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, κυρία Θεώνη Αλαμπάση, αυτό που εξετάζεται από πλευράς της κυβέρνησης είναι η δημιουργία ενός ηλεκτρονικού φακέλου στο e-auction, στον οποίο θα περιλαμβάνονται όλοι οι τίτλοι, τα σχεδιαγράμματα και τα τοπογραφικά του ακινήτου. “Έτσι, ένας ενδιαφερόμενος, από την οθόνη του υπολογιστή του, χωρίς να βάλει συμβούλους για να ψάξουν τα υποθηκοφυλακεία, να μπορεί να αποκτά πρόσβαση σε πληροφόρηση”, σχολίασε.
Όσον αφορά στις ανακοπές, στις οποίες προβαίνουν πολλοί δανειολήπτες στο… και ένα των πλειστηριασμών, οι εταιρείες διαχείρισης ζητούν την επιτάχυνση της εκδίκασης, μέσω ειδικής πλατφόρμας και την καθιέρωση ανεκκλήτου των αποφάσεων του πρώτου βαθμού, συνδυαστικά με τον περιορισμό των λόγων ανακοπής σε προχωρημένα στάδια της εκτελεστικής διαδικασίας (λ.χ. μετά τον πλειστηριασμό), είτε από τον οφειλέτη είτε από τρίτους. Συγκεκριμένα, οι servicers επισημαίνουν πως δεν είναι δυνατόν να ασκούνται ανακοπές, με τις οποίες απλά να δηλώνεται άρνηση της ύπαρξης των απαιτήσεων των τιτλοποιήσεων.

Αξίζει να αναφερθεί πως, με βάση στοιχεία που παρουσιάζονται στην πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν, μεγάλο μέρος των πλειστηριασμών είτε αποτυγχάνει λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος είτε αναστέλλεται για διαδικαστικούς λόγους. Πιο αναλυτικά, οι πλειστηριασμοί που προγραμματίστηκαν μεταξύ Νοεμβρίου 2023 – Φεβρουάριου 2024 κινήθηκαν πτωτικά (7.910 τον Νοέμβριο του 2023, 5.529 τον Δεκέμβριο του 2023, 5.222 τον Ιανουάριο του 2024 και 4.312 τον Φεβρουάριο του 2024), ενώ το ποσοστό των αναστολών κυμαίνεται γύρω στο 50%. Για όσους διενεργήθηκαν το ποσοστό των άγονων υπερβαίνει σταθερά και σημαντικά αυτό των επιτυχημένων (58% έναντι 42% τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο 2023 και τον Ιανουάριο 2024, 57% έναντι 43% τον Οκτώβριο 2023, 61% έναντι 39% το Δεκεμβρίου 2023 και 66% έναντι 34% τον Φεβρουάριο του 2024).
Την ίδια στιγμή, μείζον ζήτημα αποτελεί και η μειωμένη δυναμικότητα που παρατηρείται, τόσο στα μεγάλα Πρωτοδικεία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς), όσο και στα μεγάλα Ειρηνοδικεία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Όπως διατείνονται οι servicers, αυτό, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς στον αριθμό των επιτρεπόμενων καταθέσεων αιτήσεων (50 αιτήσεις/ημέρα/δικηγόρο) και τις καθυστερήσεις στην έκδοση διαταγών πληρωμής (έξι με οκτώ μήνες), επιτείνει το πρόβλημα της διαχείρισης του χρέους. Έτσι, συστήνεται η επίσπευση της εκδίκασης των ανακοπών και της έκδοσης δικαστικής απόφασης επί ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής, με στόχο την εκδίκαση εντός συγκεκριμένων προθεσμιών. Σημειώνεται πως σήμερα η ανακοπή μπορεί να εκδικαστεί και η δικαστική απόφαση να εκδοθεί ακόμα και έξι χρόνια μετά την άσκηση της ανακοπής, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση επίλυσης των σχετικών αμφισβητήσεων σε σχέση με τη δανειακή απαίτηση.
Παράλληλα, οι servicers εστιάζουν στη διαφορετική ερμηνεία που δίνεται από πλευράς των συμβολαιογράφων, αναφορικά με την αυτόματη διαδικασία προσδιορισμού των επαναληπτικών πλειστηριασμών.
Συγκεκριμένα, σε περίπτωση έλλειψης πλειοδοτών ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς μέσα σε 40 ημέρες. Εάν αποβεί άγονος, τότε διεξάγεται νέος με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το 80% της αρχικής τιμής εντός 30 ημερών. Εφόσον και αυτός δεν προχωρήσει, επαναλαμβάνεται μέσα σε 30 ημέρες, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το 65%.
Οι servicers θεωρούν αναγκαία τη νομοθετική πρόβλεψη ότι για την επίσπευση επαναληπτικού πλειστηριασμού δεν απαιτείται η κατάθεση δήλωσης συνέχισης της διαδικασίας εκ μέρους του επισπεύδοντος δανειστή, εκτός εάν ο τελευταίος εντός τριών ημερών από τη ματαίωση του πλειστηριασμού δηλώσει ότι δεν επιθυμεί προγραμματισμό νέου.
Τέλος, ψηλά στην ατζέντα των εταιρειών διαχείρισης βρίσκεται και το ζήτημα της εύρεσης και πιστοποίησης των οφειλετών, προκειμένου να ευοδωθεί η προσπάθεια αύξησης των συναινετικών λύσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση, προτείνεται η λήψη – κατ’ ελάχιστον για τις τιτλοποιήσεις του “Ηρακλή”, όπου μέρος του ρίσκου έχει αναλάβει και το Ελληνικό Δημόσιο – στοιχείων επικοινωνίας και πιστοποίησης από το Μητρώο Πολιτών ή υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών. Όπως, άλλωστε, επισημαίνεται στον απολογισμό της Ένωσης Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΕΔΑΔΠ) για το α’ τρίμηνο του 2024, η μη ύπαρξη επικαιροποιημένων στοιχείων επικοινωνίας περιορίζει τις δυνατότητες των servicers για προσέγγιση των δανειοληπτών και ρύθμιση των οφειλών τους, χωρίς να αναιρεί την εξέλιξη των δικαστικών ενεργειών.
“Επομένως, ακόμη και όσοι δανειολήπτες έχουν εικόνα των δανειακών εκκρεμοτήτων τους, είναι προτεραιότητα να επικαιροποιήσουν τα στοιχεία επικοινωνίας τους, ώστε να αποκαταστήσουν την επαφή με την εταιρεία που διαχειρίζεται τις αντίστοιχες οφειλές και να συνεργαστούν για τη ρύθμισή τους που αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο όλων των εμπλεκομένων στη διαδικασία”, τονίζεται.»
…………..