Ξένες επενδύσεις: Όσα κρύβονται πίσω από τους αριθμούς
Τα 7,6 δισ. ευρώ του επταμήνου είναι ένα ισχυρό μέγεθος. Δεν σημαίνουν όμως αυτομάτως 7,6 δισ. ευρώ νέων εργοστασίων, παραγωγικών εγκαταστάσεων και θέσεων εργασίας – UniCredit, ΔΕΗ, εξαγορές, εταιρικές αναδιαρθρώσεις και ακίνητα εξηγούν σημαντικό μέρος της εικόνας
Οι αριθμοί είναι πράγματι εντυπωσιακοί. Η ερμηνεία τους χρειάζεται περισσότερη προσοχή.
Οι εισροές Ξένων Άμεσων Επενδύσεων στην Ελλάδα έφτασαν τα 7,6 δισ. ευρώ στο επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026, με την Τράπεζα της Ελλάδος να καταγράφει μια εξαιρετικά ισχυρή επίδοση έπειτα από το ήδη πολύ υψηλό επίπεδο του 2025. Πρόκειται αναμφίβολα για θετική εξέλιξη: η Ελλάδα προσελκύει κεφάλαια και μεγάλους διεθνείς παίκτες σε έκταση που πριν από μερικά χρόνια θα φαινόταν δύσκολο να επιτευχθεί.
Υπάρχει, ωστόσο, μια λεπτομέρεια που συνήθως χάνεται μέσα στους πανηγυρικούς τίτλους. Οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις δεν ταυτίζονται με τις νέες παραγωγικές επενδύσεις. Στη στατιστική των ΞΑΕ καταγράφονται, μεταξύ άλλων, εξαγορές υφιστάμενων επιχειρήσεων, αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, επανεπενδυθέντα κέρδη, ενδοομιλικά δάνεια και αγορές ακινήτων. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος το περιγράφει ρητά στη μεθοδολογία της. Αρκεί, για παράδειγμα, ένας ξένος επενδυτής να αποκτήσει τουλάχιστον το 10% των δικαιωμάτων ψήφου μιας ελληνικής επιχείρησης ώστε να δημιουργείται σχέση άμεσης επένδυσης.
Αυτό δεν κάνει τις συγκεκριμένες τοποθετήσεις λιγότερο σημαντικές. Κάνει όμως παραπλανητική τη μηχανική μετατροπή κάθε δισεκατομμυρίου ΞΑΕ σε «νέα παραγωγική επένδυση». Και στην περίπτωση του 2026, δύο μόνο εταιρικές κινήσεις αρκούν για να δείξουν πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η απόσταση ανάμεσα στον εντυπωσιακό συνολικό αριθμό και στην πραγματική σύνθεσή του.
Δύο μήνες εξηγούν πάνω από τη μισή εικόνα
Τον Ιανουάριο οι εισροές άμεσων επενδύσεων έφτασαν τα 2,2 δισ. ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει μάλιστα ρητά ότι στο ποσό περιλαμβάνεται η αύξηση της συμμετοχής της UniCredit στην Alpha Bank. Η ιταλική τράπεζα μετέτρεψε τη συνθετική θέση που κατείχε και ανέβασε την άμεση συμμετοχή και τα δικαιώματα ψήφου της περίπου στο 29,8%. Πρόκειται για μία μεγάλη στρατηγική κίνηση στον ελληνικό τραπεζικό τομέα, αλλά προφανώς δεν πρόκειται για επένδυση 2,2 δισ. ευρώ σε νέες παραγωγικές μονάδες.
Ακολούθησε ο Μάιος, όταν οι ξένες άμεσες επενδύσεις διαμορφώθηκαν περίπου στα 1,7 δισ. ευρώ, σε έναν μήνα που κυριαρχήθηκε από τη γιγαντιαία αύξηση κεφαλαίου της ΔΕΗ. Η επιχείρηση άντλησε συνολικά 4,25 δισ. ευρώ, με τη CVC να τοποθετεί περίπου 1,2 δισ. ευρώ μέσω της Aeolus Holdings. Μετά την ΑΜΚ, οι οντότητες που ελέγχονται από τη CVC εμφανίζονται με συνολική συμμετοχή περίπου 17,17% των δικαιωμάτων ψήφου της ΔΕΗ.
Η περίπτωση της ΔΕΗ έχει βέβαια διαφορετικά χαρακτηριστικά από μια απλή εξαγορά υφιστάμενων μετοχών. Εδώ εισέρχονται φρέσκα κεφάλαια στην εταιρεία, τα οποία προορίζονται να χρηματοδοτήσουν ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα σε ενέργεια, δίκτυα, ΑΠΕ, αποθήκευση, τηλεπικοινωνίες και data centers. Αυτό όμως δεν αλλάζει το βασικό στατιστικό δεδομένο: η εισροή καταγράφεται σήμερα ως ΞΑΕ, ενώ το πραγματικό παραγωγικό αποτύπωμα των κεφαλαίων θα κριθεί από το πόσα από τα σχεδιαζόμενα έργα θα εκτελεστούν, πού θα εκτελεστούν και τι προστιθέμενη αξία θα δημιουργήσουν στην ελληνική οικονομία.

Ιανουάριος και Μάιος αντιστοιχούν μαζί σε περίπου 3,9 δισ. ευρώ, δηλαδή σε πάνω από το 50% των συνολικών εισροών του επταμήνου. Στους υπόλοιπους πέντε μήνες μένουν περίπου 3,7 δισ. ευρώ, ή γύρω στα 740 εκατ. ευρώ τον μήνα. Και αυτό είναι ένα αξιοσημείωτο επίπεδο. Αλλά είναι πολύ διαφορετικό αφήγημα από την εικόνα μιας οικονομίας στην οποία κάθε μήνα καταφθάνουν δισεκατομμύρια για να στηθούν νέες παραγωγικές μονάδες.
Το 2025 δείχνει πού βρίσκεται η πραγματική συζήτηση
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν κοιτάξει κανείς τη σύνθεση των επενδύσεων του 2025. Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για το περασμένο έτος, το 41% των ΞΑΕ αφορούσε εξαγορές και συγχωνεύσεις, το 21,3% αγορές νέων μετοχών, το 16,4% αγορές ακινήτων, το 15,4% επανεπενδυθέντα κέρδη και περίπου το 6% δάνεια από μητρικές εταιρείες.
Το στοιχείο αυτό είναι ίσως περισσότερο αποκαλυπτικό από το ίδιο το ρεκόρ. Σχεδόν τα μισά κεφάλαια κατευθύνθηκαν σε εξαγορές και συγχωνεύσεις, δηλαδή κατά μεγάλο μέρος σε αλλαγές ιδιοκτησίας υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεων. Οι συναλλαγές αυτές μπορούν να φέρουν καλύτερη διοίκηση, τεχνογνωσία, πρόσβαση σε διεθνείς αγορές και νέα κεφάλαια. Δεν συνεπάγονται όμως αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η απόσταση από τη μεταποίηση. Ενώ οι συνολικές ΞΑΕ κινήθηκαν σε επίπεδα άνω των 12 δισ. ευρώ, στη μεταποίηση καταγράφηκαν μόλις 393 εκατ. ευρώ, με τις επενδύσεις να συγκεντρώνονται κυρίως στα βασικά μέταλλα, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στα χημικά προϊόντα. Αντίθετα, ο τομέας των υπηρεσιών απορρόφησε περίπου 6,7 δισ. ευρώ, ενώ σημαντικό κομμάτι συνέχισε να κατευθύνεται στην ακίνητη περιουσία.
Ακόμη και τα 4,1 δισ. ευρώ που αποδίδονται στον ενεργειακό τομέα το 2025 χρειάζονται ανάγνωση πίσω από τον τίτλο. Σημαντικό μέρος της εκτίναξης συνδέεται με την εταιρική αναδιάρθρωση της Metlen και τη μετάβαση στη νέα εταιρική δομή ενόψει της κύριας εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, η οποία ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 2025. Ήταν μια τεράστια επιχειρηματική κίνηση για έναν ελληνικό όμιλο και ασφαλώς έχει οικονομική σημασία. Δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα με 4,1 δισ. ευρώ νέων φωτοβολταϊκών, εργοστασίων ή βιομηχανικών εγκαταστάσεων που κατασκευάστηκαν μέσα σε ένα έτος στην Ελλάδα.

Ανάλογη προσοχή απαιτεί και η αγορά ακινήτων. Παρά την υποχώρηση έναντι του 2024, οι εισροές που συνδέονται με εταιρική διαχείριση και ιδιωτικές αγοραπωλησίες ακινήτων παρέμειναν περίπου στα 2,4 δισ. ευρώ. Πρόκειται για πραγματικά ξένα κεφάλαια, αλλά η επίδρασή τους στην παραγωγικότητα, στις εξαγωγές και στην τεχνολογική αναβάθμιση της χώρας είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη μιας μεγάλης βιομηχανικής ή τεχνολογικής επένδυσης.
Το στοίχημα δεν είναι να μπαίνουν απλώς κεφάλαια – είναι τι αφήνουν πίσω τους
Ο Γιάννης Στουρνάρας έχει δίκιο σε ένα βασικό σημείο: οι πραγματικές ξένες άμεσες επενδύσεις μπορούν να μεταφέρουν τεχνογνωσία, να αυξήσουν την παραγωγικότητα, να δημιουργήσουν καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και να διευρύνουν την εξαγωγική βάση. Εκεί ακριβώς βρίσκεται όμως και το κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί η σημερινή επενδυτική έκρηξη.
Όχι μόνο στο πόσα δισεκατομμύρια μπήκαν, αλλά στο πού πήγαν.
Πόσα δημιούργησαν νέα παραγωγική δυναμικότητα; Πόσα κατευθύνθηκαν σε βιομηχανία και μεταποίηση; Πόσα χρηματοδότησαν έρευνα, τεχνολογία και καινοτομία; Πόσες νέες εξαγωγικές επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν; Πόσες μόνιμες και υψηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας προστέθηκαν; Και πόσα από τα κεφάλαια που εμφανίζονται στους πίνακες ως ΞΑΕ αντιπροσωπεύουν, τελικά, αλλαγές μετόχων, εταιρικούς μετασχηματισμούς και αγορές ήδη υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων;
Η Ελλάδα έχει αναμφισβήτητα αλλάξει θέση στον διεθνή επενδυτικό χάρτη σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Το να μπορούν ελληνικές τράπεζες και επιχειρήσεις να προσελκύουν UniCredit, CVC και μεγάλα διεθνή θεσμικά κεφάλαια δεν είναι αμελητέο επίτευγμα. Το ρεκόρ των ΞΑΕ είναι πραγματικό.
Αλλά το επόμενο βήμα είναι δυσκολότερο από ένα ρεκόρ σε έναν στατιστικό πίνακα: τα ξένα κεφάλαια πρέπει να αρχίσουν να αλλάζουν μετρήσιμα την ίδια τη δομή της ελληνικής παραγωγής.
Μέχρι τότε, τα δισεκατομμύρια αξίζουν προσοχή. Οι πανηγυρισμοί, όμως, χρειάζονται αστερίσκο.