Τζάρεντ Κούσνερ: Καταγγελίες για μυστικούς λογαριασμούς 2 δισ. δολαρίων
Δημοσίευμα του Vanity Fair, βασισμένο σε έρευνα του δημοσιογράφου Μάθιου Κόουλ, κάνει λόγο για δύο τραπεζικούς λογαριασμούς που φέρονται να συνδέονται με τον γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Κούσνερ απορρίπτει κατηγορηματικά τις καταγγελίες, ενώ ο Λευκός Οίκος τις χαρακτηρίζει αβάσιμες.
Στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για φερόμενες μυστικές οικονομικές συναλλαγές με αξιωματούχους της Μέσης Ανατολής βρίσκεται ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και πρώην ανώτερος σύμβουλός του στον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με δημοσίευμα του περιοδικού Vanity Fair, το οποίο βασίζεται σε απόσπασμα από το επικείμενο βιβλίο του δημοσιογράφου Μάθιου Κόουλ, περίπου 2 δισ. δολάρια φέρονται να κατευθύνθηκαν το 2017 σε τουλάχιστον δύο τραπεζικούς λογαριασμούς που συνδέονταν με τον Κούσνερ.
Το ρεπορτάζ αναφέρει ότι οι ολλανδικές μυστικές υπηρεσίες εντόπισαν στοιχεία από τη δραστηριότητα του κινητού τηλεφώνου του Κούσνερ, τα οποία φέρονται να αποκάλυψαν τις συγκεκριμένες χρηματοοικονομικές διαδρομές. Οι πληροφορίες, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, συνδέονται με μεταφορές χρημάτων από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε τραπεζικές συναλλαγές μέσω του Αζερμπαϊτζάν.
Ο πρώτος λογαριασμός φέρεται να τηρούνταν στην First Abu Dhabi Bank και να ανήκε στο Watani Al Emarat, φιλανθρωπικό ίδρυμα που χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, στον λογαριασμό μεταφέρθηκαν περίπου 750 εκατ. δολάρια, με σημαντικό μέρος των χρημάτων να προέρχεται από τράπεζα του Αζερμπαϊτζάν. Ο Κούσνερ φέρεται να είχε δικαίωμα συνυπογραφής, γεγονός που θα του επέτρεπε να πραγματοποιεί συναλλαγές, χωρίς να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης του λογαριασμού.
Κατά τον Μάθιου Κόουλ, ο συγκεκριμένος λογαριασμός φέρεται να λειτουργούσε ως άτυπος μηχανισμός χρηματοδότησης δραστηριοτήτων εξωτερικής πολιτικής των ΗΑΕ, συμπεριλαμβανομένων επιχειρήσεων στρατιωτικού και κατασκοπευτικού χαρακτήρα στο εξωτερικό. Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι το φιλανθρωπικό ίδρυμα χρησιμοποιούνταν ως ενδιάμεσος φορέας για τη διαχείριση των κεφαλαίων. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένα ευρήματα δικαστικής ή επίσημης έρευνας.
Η έρευνα αναφέρεται και σε δεύτερο λογαριασμό, ο οποίος φέρεται να συνδεόταν με το Ισραήλ και να είχε λάβει περίπου 1 δισ. δολάρια. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, τα χρήματα προορίζονταν για προσωπικό οικονομικό όφελος του Κούσνερ, ενώ ο πρόεδρος των ΗΑΕ, Μοχάμεντ μπιν Ζάιντ Αλ Ναχιάν, φέρεται να είχε οργανώσει τη μεταφορά. Παράλληλα, το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε προτείνει στον Κούσνερ να κατατεθούν τα κεφάλαια σε ισραηλινό λογαριασμό. Ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ισραήλ, Ντέιβιντ Φρίντμαν, αρνήθηκε ότι γνώριζε ή συμμετείχε σε τέτοιες συναλλαγές, χαρακτηρίζοντας απολύτως ψευδείς τους ισχυρισμούς που τον αφορούν.
Ο Κούσνερ απέρριψε κατηγορηματικά τις καταγγελίες, χαρακτηρίζοντάς τες κατασκευασμένες και υποστηρίζοντας ότι ο δημοσιογράφος δεν παρουσίασε στοιχεία που να τις τεκμηριώνουν. Σε ανάρτησή του, επισήμανε ότι δεν δημοσιοποιήθηκαν τραπεζικά αντίγραφα, αποδεικτικά εμβασμάτων, αριθμοί λογαριασμών ή ημερομηνίες συναλλαγών. Πρόσθεσε ότι κατά την περίοδο στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί είχε βρεθεί στο επίκεντρο εκτεταμένου ελέγχου από τα μέσα ενημέρωσης, το Κογκρέσο και ειδικό εισαγγελέα, συνεργαζόμενος οικειοθελώς με τις σχετικές έρευνες και καταθέτοντας για περισσότερες από 30 ώρες.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Λευκός Οίκος, ο οποίος υπερασπίστηκε τον Κούσνερ και κατηγόρησε το Vanity Fair ότι δημοσίευσε αβάσιμους ισχυρισμούς. Η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου Άννα Κέλι αμφισβήτησε την αξιοπιστία των πληροφοριών, υποστηρίζοντας ότι βασίζονται σε αναφορές ανώνυμων πηγών, ενώ ο διευθυντής επικοινωνίας Στίβεν Τσέουνγκ χαρακτήρισε το δημοσίευμα ψευδές. Οι καταγγελίες παραμένουν αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης, με τον Κούσνερ και την αμερικανική κυβέρνηση να αμφισβητούν πλήρως την ακρίβεια των αναφερόμενων συναλλαγών.