Τράπεζα της Ελλάδος: Η χαμηλή παραγωγικότητα «φρενάρει» μισθούς και ανάπτυξη
Στο 51% του μέσου όρου της ευρωζώνης η Ελλάδα – Ανησυχία για άνοδο του κόστους εργασίας και απώλεια ανταγωνιστικότητας
Η χαμηλή παραγωγικότητα παραμένει μια από τις πιο σοβαρές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, λειτουργώντας ως τροχοπέδη για την αύξηση των μισθών και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Σύμφωνα με νέα ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ πίσω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών.
Η ΤτΕ προειδοποιεί ότι οι μισθολογικές αυξήσεις των τελευταίων δύο ετών ξεπερνούν πλέον την άνοδο της παραγωγικότητας, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και πιέζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Παραγωγικότητα: Από τη σύγκλιση… στην κατάρρευση
Η πορεία της παραγωγικότητας θυμίζει τον μύθο του Σίσυφου:
- 2000–2009: Σημαντική πρόοδος και σύγκλιση με την ευρωζώνη (66% του μέσου όρου).
- Μετά την κρίση: Απότομη πτώση κάτω από το 50%.
- 2024: Μικρή ανάκαμψη στο 51%, αλλά η απόσταση από την ευρωζώνη παραμένει τεράστια.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στην παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, η οποία βρίσκεται μόλις στο 39% του μέσου όρου της ευρωζώνης — αποτέλεσμα του ότι οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες, αλλά με χαμηλότερη απόδοση.
Κατά κεφαλήν ΑΕΠ: Από το 93% στο 69% του ευρωπαϊκού μέσου όρου
Η κρίση χρέους διέκοψε βίαια την πορεία σύγκλισης της χώρας με την ΕΕ. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης έπεσε από 93,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2009 στο 69,4% το 2024, παρά την αύξηση της απασχόλησης και τις μεταρρυθμίσεις.

Μισθοί και παραγωγικότητα: Ένας επικίνδυνος συνδυασμός
Η σχέση μισθών–παραγωγικότητας έχει περάσει από τρεις φάσεις:
1995–2012:
Οι μισθοί αυξάνονταν ταχύτερα από την παραγωγικότητα → άνοδος ΜΚΕ → απώλεια ανταγωνιστικότητας.
2013–2020:
Η εσωτερική υποτίμηση μείωσε τους μισθούς περισσότερο από την παραγωγικότητα → πτώση ΜΚΕ.
2023–2024:
Νέα αύξηση του ΜΚΕ, καθώς οι μισθοί ανεβαίνουν ενώ η παραγωγικότητα υποχωρεί.
Η ΤτΕ προειδοποιεί ότι η οικονομία επιστρέφει σε «κακές συνήθειες» του παρελθόντος, με τις επιχειρήσεις να αυξάνουν αμοιβές λόγω έλλειψης προσωπικού, χωρίς αντίστοιχη αύξηση παραγωγικότητας.
Ποιοι κλάδοι κερδίζουν – Ποιοι μένουν πίσω
Η εικόνα διαφέρει σημαντικά ανά κλάδο:
Κλάδοι με βελτίωση
- Κατασκευές: Η μεγαλύτερη αύξηση παραγωγικότητας και μείωση ΜΚΕ.
- Μεταποίηση: Ισχυρή άνοδος παραγωγικότητας και μείωση κόστους εργασίας, επιβεβαιώνοντας την εξωστρέφεια του κλάδου.
Κλάδοι με υστέρηση
- Εμπόριο & τουρισμός: Η παραγωγικότητα αυξήθηκε λιγότερο από τους μισθούς ή μειώθηκε → άνοδος ΜΚΕ.
- Δημόσια διοίκηση: Μηδενική αύξηση παραγωγικότητας → σημαντική επιβάρυνση κόστους.
Γιατί η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή
Η Τράπεζα της Ελλάδος εντοπίζει τις βασικές αιτίες:
- Χαμηλή ένταση κεφαλαίου λόγω δεκαετίας υποεπενδύσεων.
- Αδύναμη TFP (Συνολική Παραγωγικότητα Συντελεστών) λόγω μικρού μεγέθους επιχειρήσεων, χαμηλής τεχνολογικής έντασης και γραφειοκρατίας.
- Έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων και καθυστέρηση στον τεχνολογικό μετασχηματισμό.
- Brain drain, που αποδυνάμωσε το ανθρώπινο κεφάλαιο.
- Επενδυτικό κενό, με το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο να παραμένει χαμηλό.

Τι πρέπει να γίνει: Η συνταγή της Τράπεζας της Ελλάδος
Για να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα και να στηριχθούν υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί, η ΤτΕ προτείνει:
- Ενίσχυση επενδύσεων σε πάγιο και άυλο κεφάλαιο.
- Επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων και μείωση γραφειοκρατίας.
- Ψηφιοποίηση επιχειρήσεων και Δημοσίου.
- Αναβάθμιση δεξιοτήτων εργαζομένων μέσω εκπαίδευσης και κατάρτισης.
- Προώθηση καινοτομίας και τεχνολογίας.
- Αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) για κάλυψη του επενδυτικού κενού.
Η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει ότι καθυστερήσεις στην απορρόφηση πόρων και στις μεταρρυθμίσεις θα περιορίσουν τη δυνατότητα της οικονομίας να προσφέρει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς στο μέλλον.