Το «θαύμα» της κατανάλωσης χτίζεται πάνω σε άδεια πορτοφόλια και γεμάτη παραοικονομία
Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις ότι η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης οφείλεται στην ενίσχυση του πραγματικού εισοδήματος, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat δείχνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ο Γιάννης Στουρνάρας επανέφερε πρόσφατα το κυβερνητικό αφήγημα, την ώρα που η καθημερινότητα των πολιτών το διαψεύδει με τρόπο αμείλικτο.
Περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους δηλώνουν ότι ο μισθός δεν φτάνει ούτε για τρεις εβδομάδες. Η ακρίβεια σε βασικά αγαθά έχει διαβρώσει την αγοραστική δύναμη, ενώ η Ελλάδα παραμένει δεύτερη στην Ευρώπη σε κίνδυνο φτώχειας και προτελευταία σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η υλική και κοινωνική στέρηση αυξάνεται, η αποταμίευση είναι αρνητική και η πραγματική κατανάλωση κινείται στο 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όταν το εισόδημα βρίσκεται μόλις στο 70%.
Τα επίσημα εισοδήματα δεν επαρκούν για να εξηγήσουν την «ισχυρή κατανάλωση». Η φορολογία και ο πληθωρισμός εξανεμίζουν τις αυξήσεις, ενώ τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η καταναλωτική δαπάνη υπερβαίνει το δηλωμένο εισόδημα κατά δέκα μονάδες. Αυτό μεταφράζεται σε πάνω από 25 δισ. ευρώ που προέρχονται από τη σκιώδη οικονομία.
Αν προστεθούν οι χιλιάδες φοροαπαλλαγές που μειώνουν τεχνητά τα φορολογητέα εισοδήματα, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: η ανάπτυξη στηρίζεται σε χρήμα που δεν εμφανίζεται πουθενά επίσημα. Η παραοικονομία τροφοδοτεί την κατανάλωση, η κατανάλωση τροφοδοτεί τα φορολογικά έσοδα και τα υπερπλεονάσματα, και το αφήγημα της «ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος» ανακυκλώνεται ως επιτυχία.
Τα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα, αυτά που απομένουν μετά από φόρους, εισφορές και πληθωρισμό, δεν αυξάνονται. Απλώς καλύπτονται από έναν όγκο αδήλωτου χρήματος που κρατά ζωντανή μια οικονομία η οποία στα χαρτιά μοιάζει να ευημερεί, αλλά στην καθημερινότητα των πολιτών δείχνει το ακριβώς αντίθετο.