Το γερμανικό μοντέλο αυτοκινητοβιομηχανίας δοκιμάζεται από το «κινεζικό σοκ»
Volkswagen: Κλείσιμο εργοστασίων, δεκάδες χιλιάδες απολύσεις και στρατηγικά λάθη φέρνουν τον άλλοτε κραταιό όμιλο σε σημείο καμπής
Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της, με τη Volkswagen να αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της κρίσης. Ο όμιλος, που για δεκαετίες αποτελούσε σύμβολο βιομηχανικής ισχύος, σχεδιάζει να τερματίσει την παραγωγή σε τέσσερα εργοστάσια και να περικόψει έως και 100.000 θέσεις εργασίας, ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα συρρίκνωσης που έχει εφαρμοστεί ποτέ στη Γερμανία. Η πίεση από την Κίνα, οι αμερικανικοί δασμοί και το υψηλό ενεργειακό κόστος έχουν επιδεινώσει μια ήδη δύσκολη κατάσταση.
Η VW είχε προειδοποιήσει από το 2024 ότι απαιτούνταν δραστικές περικοπές, όμως οι αρχικές συμφωνίες με τα συνδικάτα –που προέβλεπαν 35.000 απολύσεις χωρίς κλείσιμο εργοστασίων– αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Το 2026 η διοίκηση αύξησε τον στόχο στις 50.000 θέσεις έως το 2030, αλλά πλέον εκτιμάται ότι ο αριθμός αυτός μπορεί να διπλασιαστεί. Η εταιρεία απειλεί με κλείσιμο τεσσάρων μονάδων παραγωγής, δύο εκ των οποίων έχουν ήδη μετατραπεί για ηλεκτρικά οχήματα με τεράστιο κόστος.
Η κρίση δεν οφείλεται μόνο στον διεθνή ανταγωνισμό. Η Volkswagen βρέθηκε εκτεθειμένη σε στρατηγικά λάθη που ξεκίνησαν μετά το σκάνδαλο Dieselgate. Παρά τις μεγάλες επενδύσεις στην ηλεκτροκίνηση, τα ηλεκτρικά μοντέλα της άργησαν να φτάσουν στην αγορά και δεν κατάφεραν να ενθουσιάσουν τους καταναλωτές. Η προσπάθεια ανάπτυξης εσωτερικού λογισμικού εξελίχθηκε σε φιάσκο, την ώρα που οι κινεζικές εταιρείες επένδυαν σε τεχνολογίες που ανταποκρίνονταν καλύτερα στις ανάγκες των αγοραστών.
Σημαντικό εμπόδιο αποτελεί και η ιδιοκτησιακή δομή της VW. Το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, που κατέχει το 20% των δικαιωμάτων ψήφου, συχνά συντάσσεται με το ισχυρό επιχειρησιακό συμβούλιο εργαζομένων, μπλοκάροντας ριζικές αλλαγές. Το μοντέλο της συνδιαμόρφωσης, που επί δεκαετίες θεωρούνταν πλεονέκτημα, φαίνεται πλέον να δυσκολεύει την προσαρμογή σε μια εποχή ραγδαίων ανατροπών.
Η συρρίκνωση της παραγωγικής δυναμικότητας από τα 12 εκατ. αυτοκίνητα ετησίως πριν την πανδημία στα 9 εκατ. σήμερα δείχνει το μέγεθος της αναδιάρθρωσης. Η διοίκηση εξετάζει ακόμη και την αλλαγή χρήσης εργοστασίων, με προτάσεις για αξιοποίησή τους στην αμυντική βιομηχανία, αν και αυτές οι ιδέες παραμένουν θεωρητικές.
Η γερμανική κυβέρνηση επιχειρεί να στηρίξει τον κλάδο με μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη μείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, η πρόκληση είναι τεράστια: η Γερμανία καλείται να αναπτύξει ένα πιο ευέλικτο μοντέλο συνεργασίας και να προσαρμοστεί στον εντεινόμενο κινεζικό ανταγωνισμό και την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Η έκβαση αυτής της προσπάθειας θα επηρεάσει όχι μόνο τη VW, αλλά και ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία.