Συνεχίζουμε να καταναλώνουμε περισσότερο ρωσικό αέριο από ό,τι αμερικανικό
Τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για το πρώτο εξάμηνο του 2026 δείχνουν ότι, παρά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικού αερίου σε σχέση με το αμερικανικό LNG. Οι ροές μέσω του Σιδηροκάστρου — το σημείο εισόδου του αερίου της Gazprom μέσω Βουλγαρίας — παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες, με 15,47 TWh έναντι 16,39 TWh το αντίστοιχο διάστημα του 2025, καταγράφοντας μια οριακή μείωση μόλις 5,61%.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα ενισχύει σημαντικά τη διαφοροποίηση των πηγών της μέσω LNG. Η Ρεβυθούσα παραμένει η βασική πύλη εισόδου, με 18,61 TWh να διακινούνται στο πρώτο εξάμηνο του έτους — αύξηση 27,12% σε σχέση με πέρυσι. Το LNG αντιστοιχεί πλέον στο 43,2% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου. Παράλληλα, ο νέος FSRU Αλεξανδρούπολης αρχίζει να αποκτά ουσιαστικό ρόλο, με τις εισαγωγές μέσω του σημείου Αμφιτρίτη να εκτοξεύονται από 1,03 TWh σε 3,46 TWh, σημειώνοντας άνοδο 236%.
Σε επίπεδο προμηθευτών LNG, οι ΗΠΑ κυριαρχούν με μεγάλη διαφορά. Από τις συνολικές εισαγωγές LNG ύψους 18,18 TWh, οι 12,67 TWh προέρχονται από αμερικανικές εταιρείες, καλύπτοντας σχεδόν το 70% των εκφορτώσεων στη Ρεβυθούσα. Ωστόσο, η αμερικανική ποσότητα αντιστοιχεί μόλις στο 29,4% του συνολικού ισοζυγίου φυσικού αερίου της χώρας — ποσοστό μικρότερο από τις ροές ρωσικού αερίου.
Η διαφορά αυτή δεν προκαλεί έκπληξη στην αγορά. Το ρωσικό φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα κόστους έναντι του αμερικανικού LNG. Το LNG επιβαρύνεται με έξοδα υγροποίησης, μεταφοράς και επαναεριοποίησης, καθιστώντας το ακριβότερο σε περιόδους όπου οι τιμές του pipeline gas παραμένουν ανταγωνιστικές. Έτσι, όταν οι συνθήκες της αγοράς το επιτρέπουν, οι εισαγωγείς εξακολουθούν να επιλέγουν το ρωσικό καύσιμο.
Παρά τη σημαντική πρόοδο στη διαφοροποίηση των πηγών και την ενίσχυση των υποδομών LNG, η πλήρης απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο παραμένει μια σύνθετη διαδικασία. Θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις πολιτικές αποφάσεις των Βρυξελλών, αλλά και από τις οικονομικές ισορροπίες της διεθνούς αγοράς ενέργειας — ισορροπίες που συνεχίζουν να ευνοούν το ρωσικό pipeline gas.