Ρολόι 26.000 ευρώ χωρίς απόδειξη «έκαψε» κοσμηματοπώλη…
Το πανάκριβο ρολόι είχε πληρωθεί, αλλά η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί. Όταν οι ελεγκτές εντόπισαν τη συναλλαγή των 26.000 ευρώ στο POS, το κοσμηματοπωλείο υποστήριξε ότι τα προϊόντα δεν είχαν ακόμη παραδοθεί και φυλάσσονταν στο χρηματοκιβώτιο για λογαριασμό του πελάτη. Η εξήγηση δεν έπεισε τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Ούτε η απόδειξη που εκδόθηκε την επόμενη ημέρα απέτρεψε το πρόστιμο των 5.032,26 ευρώ.
Η υπόθεση αναδεικνύει μια παγίδα για τις επιχειρήσεις που εισπράττουν χρήματα και συμφωνούν να παραδώσουν τα προϊόντα αργότερα. Η παραμονή μιας αγοράς στο κατάστημα δεν σημαίνει πάντοτε ότι εκκρεμεί η παράδοσή της. Εάν το προϊόν έχει ήδη τεθεί στη διάθεση του αγοραστή και ο πωλητής απλώς το φυλάσσει κατόπιν αιτήματός του, η υποχρέωση έκδοσης της απόδειξης δεν μεταφέρεται αυτομάτως στην ημέρα της παραλαβής.
Όλα ξεκίνησαν αργά το βράδυ, όταν οι ελεγκτές είδαν έναν πελάτη να βγαίνει από το κοσμηματοπωλείο κρατώντας τσάντα με την επωνυμία του καταστήματος. Στις 22:40 προχώρησαν σε έλεγχο, συγκρίνοντας τις εισπράξεις των POS με τις αποδείξεις που είχαν εκδοθεί. Ανάμεσα στις συναλλαγές εντόπισαν πληρωμή 26.000 ευρώ χωρίς το αντίστοιχο παραστατικό λιανικής.
Το κοσμηματοπωλείο παρουσίασε διαφορετική εκδοχή για την αγορά. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, ο πελάτης είχε επιλέξει δύο ρολόγια συνολικής αξίας 54.500 ευρώ, τα οποία εξόφλησε με τέσσερις συναλλαγές, χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικές τραπεζικές κάρτες. Αρχικά καταβλήθηκαν 5.000 ευρώ και ακολούθησαν πληρωμές 8.000 ευρώ και 15.500 ευρώ. Στις 26 Αυγούστου 2024 πληρώθηκαν τα τελευταία 26.000 ευρώ.
Η επιχείρηση ισχυρίστηκε ότι, παρά την πλήρη εξόφληση, ο αγοραστής δεν είχε παραλάβει τα ρολόγια. Για λόγους ασφαλείας, φέρεται να είχε ζητήσει να παραμείνουν στο χρηματοκιβώτιο μέχρι τις 29 Αυγούστου, όταν θα αναχωρούσε από το νησί. Η απόδειξη εκδόθηκε στις 27 Αυγούστου, ενώ το κοσμηματοπωλείο επικαλέστηκε και την ενεργοποίηση της εγγύησης κατά την παράδοση των προϊόντων.
Η διαφωνία, επομένως, δεν αφορούσε το αν είχαν εισπραχθεί τα χρήματα. Αυτό προέκυπτε από τις πληρωμές με κάρτα. Αφορούσε το αν η πώληση είχε φτάσει στο σημείο που επέβαλλε την έκδοση της απόδειξης ή αν τα προϊόντα εξακολουθούσαν να αναμένουν την παράδοσή τους.
Για τη φορολογική διοίκηση, τα δεδομένα της συγκεκριμένης συναλλαγής έδειχναν ότι τα αγαθά είχαν ήδη τεθεί στη διάθεση του πελάτη. Η παραμονή τους στο χρηματοκιβώτιο για λόγους ασφαλείας δεν αναιρούσε αυτή την κρίση. Εφόσον η επιχείρηση τα κρατούσε κατόπιν αιτήματος του αγοραστή, λειτουργούσε πλέον ως θεματοφύλακας των αγορών του.
Η εταιρεία προσέφυγε στη ΔΕΔ ζητώντας την ακύρωση του προστίμου. Αμφισβήτησε την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από τους ελεγκτές, αλλά και την ταυτότητα του πελάτη που είχαν δει να αποχωρεί από το κατάστημα.

Ωστόσο, στην εξέταση της προσφυγής βάρυνε μια κρίσιμη παράλειψη. Η επιχείρηση δεν είχε αναφέρει κατά τη διάρκεια του ελέγχου ότι τα δύο εξοφλημένα ρολόγια βρίσκονταν ακόμη στο χρηματοκιβώτιο. Εάν είχε προβάλει τότε τον ισχυρισμό, οι ελεγκτές θα μπορούσαν να ελέγξουν επιτόπου την παρουσία των συγκεκριμένων προϊόντων. Η εξήγηση που δόθηκε αργότερα δεν επέτρεπε πλέον αυτή την άμεση επαλήθευση.
Έλειπε, επίσης, η τεκμηρίωση της συμφωνίας με τον πελάτη. Δεν παρουσιάστηκε αποδεικτικό στοιχείο που να στηρίζει τη μεταγενέστερη παράδοση, όπως πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής ή δήλωση του αγοραστή. Η επίκληση της φύλαξης, χωρίς στοιχεία που να αποδεικνύουν τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί και πότε έγινε η παράδοση, δεν ανέτρεψε τα ευρήματα του ελέγχου.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Όταν μια επιχείρηση εισπράττει χρήματα για προϊόν που πρόκειται να παραδοθεί αργότερα, χρειάζεται να μπορεί να τεκμηριώσει τη συναλλαγή: ποια αγαθά αφορά, τι ποσό έχει καταβληθεί, ποιος είναι ο συμφωνημένος χρόνος παράδοσης και πότε αυτή πραγματοποιήθηκε. Σε περίπτωση ελέγχου, τα σχετικά στοιχεία πρέπει να παρουσιάζονται εγκαίρως, ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν μαζί με τα πραγματικά περιστατικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε προκαταβολή ή πληρωμή για μια μελλοντική αγορά αποδεικνύει αυτομάτως ότι το προϊόν έχει παραδοθεί. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η ΔΕΔ αξιολόγησε συνολικά τα περιστατικά και έκρινε ότι τα ρολόγια είχαν ήδη τεθεί στη διάθεση του αγοραστή. Η φυσική παραλαβή τους σε άλλη ημερομηνία δεν ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση έκδοσης της απόδειξης.
Το αποδεικτικό του POS και η απόδειξη λιανικής εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό. Το πρώτο καταγράφει την πληρωμή με κάρτα. Το δεύτερο αποτελεί το φορολογικό παραστατικό της αγοράς. Το τραπεζικό ίχνος της συναλλαγής δεν καλύπτει την απουσία της απόδειξης.
Η ΔΕΔ απέρριψε την προσφυγή και διατήρησε το πρόστιμο των 5.032,26 ευρώ. Στη συναλλαγή των 26.000 ευρώ, η καθαρή αξία ανερχόταν σε 20.967,74 ευρώ και ο ΦΠΑ σε 5.032,26 ευρώ, ποσό ίσο με το πρόστιμο που καταλογίστηκε. Η απόδειξη εκδόθηκε τελικά την επόμενη ημέρα, αλλά η παράβαση που είχε διαπιστωθεί στον έλεγχο παρέμεινε.