Πυρκαγιά κατέστρεψε τα λογιστικά βιβλία επιχείρησης: Πότε ακυρώνονται τα φορολογικά πρόστιμα σύμφωνα με το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά

Πυρκαγιά κατέστρεψε τα λογιστικά βιβλία επιχείρησης: Πότε ακυρώνονται τα φορολογικά πρόστιμα σύμφωνα με το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά
60 / 100 SEO Score

Η ανωτέρα βία μπορεί να απαλλάξει μια επιχείρηση από κυρώσεις για την αδυναμία προσκόμισης των λογιστικών αρχείων της – Τι έκρινε το δικαστήριο για τις υποχρεώσεις της ΑΑΔΕ και τα 29 εικονικά τιμολόγια.

Σημαντικές διευκρινίσεις για τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια ενός φορολογικού ελέγχου, αλλά και για τα όρια των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ, περιλαμβάνει απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Η υπόθεση αφορούσε εταιρεία που ελέγχθηκε για το φορολογικό έτος 2018 και βρέθηκε αντιμέτωπη με πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις και πρόστιμα, καθώς δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει το σύνολο των λογιστικών της αρχείων, λόγω πυρκαγιάς που είχε καταστρέψει μέρος των εγκαταστάσεων και των στοιχείων της.

Κατά τον φορολογικό έλεγχο, η διοίκηση προχώρησε στον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, έμμεσες τεχνικές ελέγχου, ενώ καταλόγισε στην επιχείρηση τη λήψη 29 εικονικών φορολογικών στοιχείων. Η εταιρεία αμφισβήτησε τις σχετικές πράξεις, προσέφυγε αρχικά στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, χωρίς να δικαιωθεί, και στη συνέχεια απευθύνθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που εξέτασε το δικαστήριο ήταν εάν η καταστροφή των λογιστικών αρχείων από την πυρκαγιά μπορούσε να θεωρηθεί λόγος ανωτέρας βίας. Το δικαστήριο αποδέχθηκε τον ισχυρισμό της επιχείρησης, κρίνοντας ότι η πυρκαγιά αποτελούσε απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ως εκ τούτου, η εταιρεία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως υπόχρεη που αρνήθηκε ή παρέλειψε αδικαιολόγητα να προσκομίσει τα βιβλία και τα στοιχεία της. Η σχετική υποχρέωση προβλέπεται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ενώ η μη ανταπόκριση μπορεί να επισύρει κυρώσεις, εκτός εάν αποδειχθεί ότι οφείλεται σε ανωτέρα βία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η κρίση για τον τρόπο με τον οποίο η ΑΑΔΕ προσδιόρισε τα οικονομικά αποτελέσματα της επιχείρησης. Σύμφωνα με το δικαστήριο, δεν ήταν νόμιμο να χρησιμοποιηθούν οι καταστάσεις πελατών και προμηθευτών (ΜΥΦ) για τον υπολογισμό των εσόδων, χωρίς να αξιοποιηθούν αντίστοιχα διαθέσιμα στοιχεία για τις εκπιπτόμενες αγορές και δαπάνες. Παράλληλα, ο φορολογικός έλεγχος όφειλε να εξετάσει την απογραφή έναρξης και λήξης του 2018, ώστε να προσδιορίσει με πληρότητα τα οικονομικά δεδομένα της εταιρείας.

Το δικαστήριο επισήμανε ακόμη ότι, όταν μια επιχείρηση αδυνατεί δικαιολογημένα να προσκομίσει μέρος των παραστατικών της, η φορολογική διοίκηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αξιοποίηση των στοιχείων που έχει ήδη στη διάθεσή της. Εφόσον επιλέγει να συνεχίσει τον έλεγχο με βάση αυτά, οφείλει να αναζητήσει και η ίδια τα σχετικά παραστατικά από τις διαθέσιμες πηγές, προκειμένου να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα για τις συναλλαγές.

Αναφορικά με συγκεκριμένα τιμολόγια προμηθευτή, η φορολογική αρχή είχε αρνηθεί να τα αναγνωρίσει, επειδή δεν εμφανίζονταν στις αντίστοιχες καταστάσεις ΜΥΦ των αντισυμβαλλομένων. Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση είχε καταχωρίσει εκ παραδρομής τα συγκεκριμένα παραστατικά με διαφορετικό προμηθευτή. Το δικαστήριο έκρινε ότι μια λανθασμένη καταχώριση στις καταστάσεις πελατών και προμηθευτών δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει την απόρριψη των τιμολογίων ως μη αναγνωρίσιμων, καθώς δεν αποτελούσε απόδειξη εικονικότητας των συναλλαγών. Σημειώνεται ότι η δυνατότητα υποβολής τροποποιητικών καταστάσεων για τις συγκεκριμένες συναλλαγές είχε παύσει να υφίσταται από το ημερολογιακό έτος 2021.

Διαφορετική ήταν η κρίση για τα 29 τιμολόγια που χαρακτηρίστηκαν εικονικά. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η φορολογική διοίκηση είχε παρουσιάσει επαρκή στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε ότι η ατομική επιχείρηση που τα εξέδωσε ήταν μεν φορολογικά υπαρκτή, δεν ασκούσε όμως πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν διέθετε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Όπως διευκρινίστηκε, η εικονικότητα φορολογικών στοιχείων δεν απαιτείται να αποδεικνύεται αποκλειστικά με άμεσα και αδιάσειστα στοιχεία, καθώς μπορεί να προκύπτει από συνδυασμό ενδείξεων που, όταν αξιολογούνται συνολικά, οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά έκανε εν μέρει δεκτή την προσφυγή της εταιρείας και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις κατά το αντίστοιχο μέρος. Παράλληλα, ανέπεμψε την υπόθεση στον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών για τις περαιτέρω ενέργειες.

ΠΗΓΗ