Που πάνε τα δάνεια;; Τραπεζικό δούλεμα με…ρεκόρ τραπεζικής επέκτασης δανείων!
Παρά τις τραπεζικές θριαμβολογίες για ρεκόρ πιστωτικής επέκτασης, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν ασφυξία ρευστότητας και κινδυνεύουν να πνιγούν από τα κόκκινα δάνεια.
Οι ελληνικές τράπεζες διαφημίζουν ρεκόρ επέκτασης των δανείων προς τις επιχειρήσεις, όμως πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται ένας επικίνδυνος παραλογισμός: οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της χώρας, δεν απολαμβάνουν πραγματική πρόσβαση σε ρευστότητα — και συχνά βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο.
Το πρόβλημα της ρευστότητας που στραγγαλίζει τις ΜμΕ
Παρά την αύξηση στα επαγγελματικά δάνεια — με τις χορηγήσεις προς τις ΜμΕ να αγγίζουν τα 1,21 δισ. € στο πρώτο εξάμηνο του 2025, αυξημένα κατά περίπου 16 %. — δεν είναι όλα ρόδινα για τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΜΕ/ΓΣΕΒΕΕ, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μικρών εταιρειών δεν έχει σχεδόν καθόλου ταμειακά διαθέσιμα-φρέσκο χρήμα· ειδικά, στο πρώτο εξάμηνο του έτους, σχεδόν 38 % των επιχειρήσεων με πολύ χαμηλό κύκλο εργασιών (κάτω από 50.000 €) δήλωσαν ότι δεν έχουν καθόλου ταμειακά διαθέσιμα.
Αυτή η έλλειψη ρευστότητας λειτουργεί σαν ναρκωτικό: παγώνει τη δυνατότητα επενδύσεων, αναγκάζει τις επιχειρήσεις να λειτουργούν “με το ένα πόδι έξω από την πόρτα” και τις κάνει ευάλωτες ακόμα και σε μικρές διαταραχές της αγοράς.
Παράλληλα, οι ΜμΕ καλούνται να σηκώσουν βαρύ φορτίο: αυξανόμενα λειτουργικά κόστη — εξαιτίας της ακρίβειας στην ενέργεια και στα ενοίκια — τρώνε τα περιθώρια κέρδους. Σύμφωνα με έρευνα, μεγάλο μέρος των μικρών επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν έχει ορατό “μαξιλάρι” ασφαλείας, ενώ άλλες βρίσκονται σε αναμονή πληρωμών από το Δημόσιο, με χρέη που πνίγουν την καθημερινότητα.
Η πίεση αυτή στα έσοδα δεν είναι προσωρινό πρόβλημα: αναδεικνύει βαθύτερα διαρθρωτικά ζητήματα στο τραπεζικό σύστημα και στην οικονομική πολιτική — στην πράξη, οι ΜμΕ “χτυπούν κόκκινο” σε καθημερινή βάση.

Οι τράπεζες “παίζουν με φωτιά”
Από τη μία πλευρά, οι τράπεζες εμφανίζουν υψηλούς στόχους για νέα δάνεια, στοχεύοντας πάνω από 13 δισεκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2025. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: ενώ οι πιστωτικές γραμμές “ανοίγουν”, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορούν να τις αξιοποιήσουν σωστά, λόγω αδυναμίας παροχής εγγυήσεων, cash flow προβλημάτων ή έλλειψης σταθερής ρευστότητας.
Αυτή η κατάσταση δεν είναι απλώς επικίνδυνη για τις επιχειρήσεις: είναι και ρίσκο για τις τράπεζες. Αν αρκετές ΜμΕ αποτύχουν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους, οι τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες ξανά με αυξημένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Τι δείχνει η “κόπωση” των ΜμΕ
Η έρευνα εμπιστοσύνης των ΜμΕ καταγράφει ότι η ρευστότητα παραμένει “ζητούμενο και όχι δεδομένο”. Η επαναφορά συνθηκών που θυμίζουν το πρώτο εξάμηνο του 2018 — όταν η χρηματοδότηση είχε περιοριστεί δραματικά — εγείρει φόβους για συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης σε περίπτωση νέας κρίσης.
Ακόμη πιο ανησυχητικό: σύμφωνα με τις εκθέσεις, μόλις ένα μικρό ποσοστό των ΜμΕ έχει ταμειακά αποθέματα που καλύπτουν πάνω από τρεις μήνες λειτουργίας, ενώ πολλές επιχειρήσεις ζορίζονται ακόμη και για τον τρέχοντα κύκλο εργασιών.
Τα δάνεια… πάνε αλλού
Την ώρα που οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι αυξάνουν σταθερά τη χρηματοδότηση, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου τα τρία τέταρτα της πιστωτικής επέκτασης αφορούν μεγάλες εταιρείες.
Τα νέα δάνεια υψηλού ύψους — συχνά εκατοντάδων εκατομμυρίων — διοχετεύονται κυρίως σε τομείς όπως η ενέργεια, η ναυτιλία, οι οδικοί άξονες, ο τουρισμός και διαφόρων ειδών επενδυτικά mega–projects.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αντίθετα, βλέπουν ελάχιστη βελτίωση στην πρόσβασή τους σε νέα πίστωση, με πολλές να καταγγέλλουν ότι πλέον ζητούνται εξωπραγματικές εγγυήσεις ή υπερβολικά αυστηρά κριτήρια.
Συμπέρασμα…
Οι τράπεζες μιλούν για πιστωτική επέκταση «-ρεκόρ δεκαπενταετίας-, αλλά στην πράξη η “καρδιά” της ελληνικής οικονομίας — οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις — συνεχίζει να στενάζει από έλλειψη ρευστότητας. Αν δεν γίνουν στοχευμένες παρεμβάσεις, ο κίνδυνος είναι η ανοδική ροή των δανείων να μετατραπεί σε νέο κύμα κόκκινων απαιτήσεων — και πάλι οι μικρές επιχειρήσεις θα πληρώσουν το τίμημα…