Πώς η Ελλάδα κατάντησε πρωταθλήτρια της φτώχειας….
Πώς η Ελλάδα κατάντησε πρωταθλήτρια της φτώχειας στον Ευρωπαϊκό νότο
Πόση κυβερνητική υποκρισία χωράνε στο άδειο ψυγείο ενός ελληνικού νοικοκυριού; Η καθημερινή βόλτα στο σούπερ μάρκετ έχει μετατραπεί προ πολλού σε ψυχοφθόρο «θρίλερ» επιβίωσης, αποδεικνύοντας ότι οι παρόλες περί «ανάπτυξης» και «οικονομικού θαύματος» δεν είναι παρά μια προκλητική κοροϊδία. Η Ευρώπη έχει κοπεί στα δύο, και η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στον πάτο της αγοραστικής δύναμης, φορτωμένη με τιμές Βορρά και μισθούς Ανατολής.
Τα αριθμητικά δεδομένα καταρρίπτουν το αφήγημα της σταθερότητας. Η Ελλάδα κατατάσσεται 18η στη σχετική ευρωπαϊκή λίστα, με το βασικό καλάθι 18 προϊόντων να διαμορφώνεται στα 67,40 ευρώ, οριακά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 69,84 ευρώ. Η Ελλάδα είναι η πρωταθλήτρια της ακρίβειας σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο (με μόνη εξαίρεση την Ιταλία).
Είναι να απορεί κανείς τι ακριβώς γιορτάζουν οι αρμόδιοι υπουργοί. Όταν η Ισπανία συγκρατεί το ίδιο καλάθι στα 63,0 ευρώ, η Πορτογαλία στα 57,6 ευρώ και τα γειτονικά βαλκανικά κράτη βρίσκονται πολύ χαμηλότερα, η Ελλάδα κατάφερε το «θαύμα» να γίνει ο πιο ακριβός τόπος για να αποκτήσει κανείς τα βασικά αγαθά επιβίωσης.
Τι κι αν στην Ισλανδία των 183,6 ευρώ ή στη Γαλλία οι τιμές στα ράφια είναι υψηλότερες; Ειδικά στον πλούσιο Βορρά, ένας εργαζόμενος απολαμβάνει μισθούς που του επιτρέπουν να γεμίζει το καλάθι του χωρίς να υπολογίζει και το τελευταίο ευρώ. Στην Ελλάδα της καθηλωμένης εργασίας και των «παγωμένων» αμοιβών, η προσιτότητα των αγαθών είναι ανύπαρκτη. Το ελληνικό νοικοκυριό καλείται να διαθέσει ένα αιματηρό, δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι του πενιχρού εισοδήματός του απλώς και μόνο για να μην πεινάσει. Το να βγει ο μήνας με γεμάτο στομάχι δεν είναι δεδομένο δικαίωμα, είναι ένας καθημερινός άθλος.
Οι δικαιολογίες για τις διεθνείς τιμές της ενέργειας, το εκτοξευμένο κόστος του ντίζελ και τα έξοδα μεταφοράς έχουν πια εμπεδωθεί. Ωστόσο, η αλήθεια είναι μία. Η κυβερνητική αδράνεια απέναντι στην αισχροκέρδεια και τα αδηφάγα καρτέλ της λιανικής αφήνει τους καταναλωτές εντελώς απροστατευτους. Όταν η επιβράδυνση του πληθωρισμού βαφτίζεται «μείωση τιμών», η κοινή λογική βιάζεται. Οι τιμές δεν πέφτουν· απλώς συνεχίζουν να αυξάνονται πάνω στην ήδη καμένη γη των προηγούμενων ανατιμήσεων.
Η οικονομική δυσπραγία δεν είναι τυχαίο γεγονός, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που συντηρούν την αισχροκέρδεια και απαξιώνουν την εργασία. Όσο οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι στον πάτο και οι τιμές στα ράφια σπάζουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, η Ελλάδα θα παραμένει το θύμα μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων. Και ο λογαριασμός θα συνεχίσει να στέλνεται, χωρίς αιδώ, στους ίδιους πάντα πολίτες.