Πλαστικά στην Ευρώπη: Αυστηρότεροι κανόνες, μεγαλύτερο κόστος
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς το νέο κανονιστικό πλαίσιο ενισχύει την πράσινη μετάβαση αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα.
Οι επιχειρήσεις του κλάδου, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, προειδοποιούν ότι χωρίς ισότιμους όρους ανταγωνισμού και αποτελεσματικούς ελέγχους στα εισαγόμενα προϊόντα, η παραγωγή κινδυνεύει να μετακινηθεί εκτός ΕΕ — με ελάχιστο πραγματικό περιβαλλοντικό όφελος.
Οι εταιρείες καλούνται να επενδύσουν σε ανακύκλωση, ιχνηλασιμότητα και συμμόρφωση με αυστηρότερες απαιτήσεις, ενώ τα εισαγόμενα προϊόντα συχνά δεν υπόκεινται στους ίδιους κανόνες. Η ελληνική αγορά επισημαίνει ότι η έλλειψη αξιόπιστων εργαστηριακών μεθόδων για τον έλεγχο της σύνθεσης των εισαγόμενων πλαστικών και οι ανεπαρκείς τελωνειακοί έλεγχοι δημιουργούν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια μεριδίου αγοράς για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι οποίες επωμίζονται το κόστος συμμόρφωσης χωρίς αντίστοιχη προστασία.
Οι πιέσεις εντείνονται από το υψηλό ενεργειακό κόστος και τις γεωπολιτικές αναταράξεις. Ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος τονίζει ότι η συνεχής προσαρμογή σε κρίσεις δεν μπορεί να αποτελεί μακροπρόθεσμη στρατηγική και ζητά σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον, ουσιαστικές παρεμβάσεις για το ενεργειακό κόστος και ενίσχυση της μεταποίησης και της ανακύκλωσης. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή παραγωγή πλαστικών έχει μειωθεί κατά σχεδόν 12% από το 2018, ενώ η ανάπτυξη των κυκλικών πλαστικών έχει επιβραδυνθεί δραματικά.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η ιχνηλασιμότητα. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επενδύουν σημαντικά για να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις, όμως η ιχνηλασιμότητα δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά στα εισαγόμενα προϊόντα. Αυτό δημιουργεί κενά που επιτρέπουν περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς χωρίς δυνατότητα επαλήθευσης, ενισχύοντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό και υπονομεύοντας την αξιοπιστία των κανόνων.
Οι θέσεις της ελληνικής βιομηχανίας παρουσιάστηκαν πρόσφατα στη Βουλή, όπου τονίστηκε ότι οι πολιτικές για τα υλικά πρέπει να βασίζονται στην αξιολόγηση του κύκλου ζωής και όχι σε οριζόντιες απαγορεύσεις. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι σε πολλές εφαρμογές τα πλαστικά έχουν χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα από τα εναλλακτικά υλικά, ενώ η μεγαλύτερη πηγή θαλάσσιας ρύπανσης προέρχεται από ανεπαρκή διαχείριση απορριμμάτων σε συγκεκριμένες περιοχές του πλανήτη.
Η βιομηχανία ζητά ενίσχυση της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, στοχευμένες διεθνείς παρεμβάσεις και ένταξη των ενεργοβόρων κλάδων στο καθεστώς αντιστάθμισης έμμεσων εκπομπών. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να οδηγηθεί σε «απανθρακοποίηση μέσω αποβιομηχάνισης», με την παραγωγή να μεταφέρεται σε τρίτες χώρες χωρίς ουσιαστική μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.