Πλασματικός ο «δημοσιονομικός χώρος»…
Η κυβέρνηση μιλά για πλεονάσματα και ευελιξίες, ενώ η κοινωνία βιώνει ακρίβεια, στεγαστική κρίση και αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών.
Η ελληνική οικονομία στα μέσα του 2026 εμφανίζει μια έντονη αντίφαση. Στις επίσημες εκθέσεις και τις κυβερνητικές αναλύσεις καταγράφεται εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας, με «μαξιλάρια» και λογιστικούς χώρους που επιτρέπουν νέες παροχές. Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα των πολιτών διαμορφώνεται από διαρκείς ανατιμήσεις, υψηλές πάγιες δαπάνες και ένα αίσθημα οικονομικής ασφυξίας που επηρεάζει ακόμη και βασικές ανάγκες, όπως η διατροφή και οι θερινές διακοπές.
Η κατάργηση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους έχει ανοίξει τον δρόμο για νέο κύμα αυξήσεων στα σούπερ μάρκετ. Βιομηχανίες και αλυσίδες λιανικής προχωρούν σε αναπροσαρμογές τιμών, επικαλούμενες το αυξημένο κόστος των προηγούμενων ετών. Το ελαιόλαδο παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, τα γαλακτοκομικά καταγράφουν αυξήσεις έως 12%, ενώ προϊόντα σταθερής κατανάλωσης ακριβαίνουν μέσω shrinkflation. Η καθημερινή τροφοδοσία του νοικοκυριού έχει γίνει άσκηση επιβίωσης, με τους καταναλωτές να στρέφονται σε προσφορές και ιδιωτική ετικέτα, η οποία επίσης ακριβαίνει.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εκτίναξη των τιμών στο κρέας. Το μοσχάρι φτάνει τα 17–20 ευρώ το κιλό, ενώ χοιρινό και κοτόπουλο έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά 25% μέσα σε έναν χρόνο. Το κρέας, παραδοσιακό στοιχείο της ελληνικής διατροφής, μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας, με πολλές οικογένειες να περιορίζουν δραστικά την κατανάλωση ή να την αντικαθιστούν με φθηνότερες επιλογές.
Στο μέτωπο των παγίων εξόδων, η κατάσταση είναι ακόμη πιο πιεστική. Τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 15–20% σε δύο χρόνια, με τη βραχυχρόνια μίσθωση και την έλλειψη στεγαστικής πολιτικής να επιδεινώνουν το πρόβλημα. Η ενέργεια παραμένει ακριβή και απρόβλεπτη, με τα «χρωματιστά» τιμολόγια να δυσκολεύουν τον προγραμματισμό των νοικοκυριών. Στα καύσιμα, η αμόλυβδη κινείται σταθερά κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο, επηρεάζοντας τόσο τις μετακινήσεις όσο και το συνολικό κόστος ζωής.
Η ακρίβεια έχει πλήξει ακόμη και το δικαίωμα στις διακοπές. Πάνω από τους μισούς Έλληνες δηλώνουν ότι δεν θα ταξιδέψουν φέτος, ενώ όσοι το κάνουν θα περιοριστούν σε ολιγοήμερες, χαμηλού κόστους επιλογές. Τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, η διαμονή και η εστίαση σε τουριστικούς προορισμούς έχουν προσαρμοστεί στις ανάγκες των ξένων επισκεπτών, αφήνοντας εκτός τον εγχώριο τουρισμό.
Παρά τις πιέσεις, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει το «καλάθι» παροχών που θα παρουσιαστεί στη ΔΕΘ. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες επιτρέπουν έναν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος ενισχύεται από τη ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες. Ωστόσο, οι θεσμοί προειδοποιούν για σύνεση, τονίζοντας ότι το υψηλό δημόσιο χρέος απαιτεί προσεκτική διαχείριση. Οι παροχές που σχεδιάζονται αφορούν στοχευμένες ενισχύσεις, μέτρα για τη στέγαση, φορολογικές ελαφρύνσεις και μικρές αυξήσεις στις συντάξεις.
Παρά τα μέτρα, η κοινωνία ζητά βαθύτερες αλλαγές. Η αντιμετώπιση των καρτέλ, η μείωση των έμμεσων φόρων και μια ουσιαστική στεγαστική πολιτική θεωρούνται αναγκαίες για να ανακοπεί η διάβρωση του εισοδήματος. Όσο οι δείκτες ευημερούν και οι πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, ο «δημοσιονομικός χώρος» θα παραμένει μια λογιστική έννοια που δεν αντανακλά την πραγματική οικονομία.