Περί της εισφοράς του Ν. 128/1975: Ένα διαχρονικό θέμα με συνταγματική διάσταση
Η εισφορά του Ν 128/1975, υπολογίζεται ως ποσοστό επί του ποσού του δανείου ή επί του ανεξόφλητου, κάθε φορά υπολοίπου, κατά περίπτωση και προστίθεται στους τόκους που χρεώνει η τράπεζα στον δανειολήπτη.
Όχι λίγες φορές, στην διάρκεια της επαγγελματικής μου πορείας στον ιδιωτικό τομέα, είχα έλθει σε αντιπαράθεση με εκπροσώπους και στελέχη τραπεζών, κατά την διαπραγμάτευση όρων δανείου, αναφορικά με την περιβόητη εισφορά του Ν 128/1975, επί των δανειακών συμβάσεων. Η μόνιμη επωδός μου ήταν ότι η ειδική αυτή εισφορά βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, συνεπώς είναι μη επιτρεπτή η μετακύλισή της στους δανειολήπτες και, υπό αυτήν την έννοια, είναι ιδιαιτέρως πιθανό να επέλθει ακυρότητα του συγκεκριμένου αυτού όρου της σύμβασης, ως απολύτως καταχρηστικού.
Του Νίκου Σγουρινάκη, τ. Διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ», τ. Μέλος του ΣΛΟΤ
Ασφαλώς, η κατάληξη των συζητήσεων απέβαινε άκαρπη, τα δε επιχειρήματά μου αίολα, διότι η επιχείρηση είχε ανάγκη την λήψη της δανειακής χρηματοδότησης και προκειμένου να διεκδικηθεί το αυτονόητο, έπρεπε να προχωρήσει σε διαδικασίες που αφενός μεν θα ήταν χρονοβόρες, αφετέρου δε, με αβέβαιο αποτέλεσμα. Ενίοτε δε, η όποια συζήτηση, κατάληγε σε υπαινικτικό σχόλιο, ότι εντάξει, αντί για προτεινόμενο spread π.χ. 5%, αυτό θα διαμορφωθεί προς τα επάνω, ώστε να καλύψει την διαφορά της εισφοράς για την τράπεζα. Σημειώνεται ότι, το τελικό συμβατικό επιτόκιο του δανείου συνομολογείται ως εξής: Τραπεζικό (ετήσιο, κατά κανόνα) spread + euribor (τριμηνιαία βάση κ.λπ.) + εισφορά του Ν 128/1975. Έτσι λοιπόν, η επιχείρηση δέχεται να είναι συμβαλλόμενη σε ένα διογκωμένο επιτόκιο, εν πολλοίς πλασματικό, συνεπώς, με επιβάρυνση στα χρηματοοικονομικά της έξοδα. Εξάλλου, το φαινόμενο της μετακύλισης στον τελικό αποδέκτη, είναι συνήθης πρακτική στην χώρα μας.
Η εισφορά του Ν 128/1975, υπολογίζεται ως ποσοστό επί του ποσού του δανείου ή επί του ανεξόφλητου, κάθε φορά υπολοίπου, κατά περίπτωση και προστίθεται στους τόκους που χρεώνει η τράπεζα στον δανειολήπτη.
Η τράπεζα, αφού εισπράξει το σχετικό ποσό με τους τόκους, το διαχωρίζει και το αποδίδει με δήλωσή της, στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η εν θέματι εισφορά ανέρχεται σε ποσοστό 0,60% για κάθε είδους επιχειρηματικά, καταναλωτικά δάνεια και κάρτες και σε 0,12% για στεγαστικά ή επισκευαστικά δάνεια. Χορηγήσεις και δάνεια που προέρχονται από υποστηρικτικά κεφάλαια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), δεν επιβαρύνονται με την εισφορά του Ν 128/1975.
Ας εξετάσουμε τα δεδομένα εξ αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3 του Ν 128/1975 («Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων αναφερομένων εις την λειτουργίαν του χρηματοδοτικού συστήματος»): «Επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του μόνου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς Τραπέζας, ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων».
Παρεμβάσεις στην παραπάνω διάταξη σημειώνονται:
(α) με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Ν 876/1979 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων αναφερομένων εις την ανάπτυξιν της Κεφαλαιαγοράς»,
(β) με την παράγραφο 5 του άρθρου 8 του Ν 1083/1980 «Περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων», χωρίς μεταβολή στην αρχική του γραμμή, καθώς και
(γ) με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 22 του Ν 2515/1997 «Άσκηση επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού και άλλες διατάξεις», ομοίως.
Ωστόσο, με το άρθρο 18 του Ν 2703/1999 «αναπροσαρμογή συντάξεων, ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις», επήλθε τροποποίηση ως προς το ποσοστό εισφοράς και, ακολούθως, με το άρθρο 19 του Ν 3152/2003 «Ίδρυση και εποπτεία χρηματιστηρίων και οργανωμένων αγορών, νέες αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τροποποιήσεις χρηματιστηριακής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις», για την ειδική αυτή εισφορά ισχύει ότι: «Από 1/6/2003 ο συντελεστής της εισφοράς του Ν 128/1975 που βαρύνει τα χορηγούμενα δάνεια, τις πάσης φύσεως χορηγήσεις και τα υπόλοιπα δανείων ή πιστώσεων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και όλα τα κοινοπρακτικά και ομολογιακά δάνεια των οποίων οι συμβάσεις συνάπτονται από την δημοσίευση του νόμου αυτού, ορίζεται στο ποσοστό 0,6% ετησίως…».
Κατ’ ουσίαν, η φιλοσοφία της αρχικής βούλησης του νομοθέτη, αναφορικά με το ποιος επιβαρύνεται, δεν μεταβάλλεται, ιδίως δε αν λάβουμε υπόψη τα αναφερόμενα στην ΚΥΑ 27550/1.9.1997, η οποία εκδόθηκε σε εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του Ν 2515/1997, ως άνω: «Η εν λόγω εισφορά υπολογίζεται με βάση τα μέσα μηνιαία υπόλοιπα των χορηγήσεων και καταβάλλεται κάθε μήνα από τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, με ημερομηνία αξίας (valeur) την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνο στον οποίο αναφέρονται τα στοιχεία κ.λπ.». Με λίγα λόγια, δεν αναδιατυπώθηκε, σε κάθε περίπτωση, η αρχική διάταξη της παραγράφου 3 του Ν 128/1975. Ο νόμος δεν αναφέρει ότι η εισφορά επιβάλλεται στον δανειολήπτη. Αντιθέτως, είναι επιβάρυνση των τραπεζών, δηλαδή φορολογικού χαρακτήρα υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενώ το γεγονός ότι η μετακύλιση έχει καταστεί πάγια τραπεζική τακτική, δεν νομιμοποιεί την διαδικασία.

Ένα από τα επιχειρήματά μου, παρά το γεγονός ότι δεν είμαι νομικός, ήταν η επίκληση του άρθρου 78 του Συντάγματός μας, στο οποίο αναφέρεται ότι φόροι (άρα και εισφορές) επιβάλλονται με τυπικό νόμο, άρα προφανώς, δεν είναι επιτρεπτό να επιβάλλονται μέσα από τους όρους μιας δανειακής, εν προκειμένω, σύμβασης. Ή να μετακυλίονται, θα συμπλήρωνα. Δεν είναι σωστό, μέσω της σύμβασης να προβλέπεται και να υλοποιείται τελικώς, η μετακύλιση της εισφοράς, ως πρόσθετης διακεκριμένης επιβάρυνσης.
Ωστόσο, νομολογιακά, σημαντικός αριθμός δικαστικών αποφάσεων, έχει δεχθεί κατά πλειοψηφία ότι η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη, εφόσον ο δανειολήπτης έχει ενημερωθεί και την έχει αποδεχθεί ρητά και μετά από ενημέρωσή του, στην σύμβαση. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστικός όρος, ιδιαίτερα αν δεν είναι διαφανής ή δεν εξηγείται πλήρως στον πελάτη/δανειολήπτη. Δηλαδή τι, αρκεί να δεχθούμε ότι η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη, επειδή υπάρχει ρητή και «διαφανής» συμφωνία στην δανειακή σύμβαση; Μήπως η πολιτεία και η νομική κοινότητα πρέπει να επανεξετάσουν το θέμα;
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο ύψος του κονδυλίου της σχολιαζόμενης εισφοράς ως προβλεπόμενου εσόδου στον Κρατικό Προϋπολογισμό, αλλά ούτε και ως απολογιστικού μεγέθους. Η σχετική πληροφόρηση για περαιτέρω στοιχεία βρίσκεται στην αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία διαχειρίζεται τον οικείο λογαριασμό, σε σχέση και με την υλοποίηση των προγραμμάτων επιδότησης τόκων δανείων, όπου προβλέπεται.