Πανεπιστήμια για παιδιά που δεν γεννήθηκαν
Του Άγη Βερούτη
Το ελληνικό κράτος προσέφερε το 2026 συνολικά 68.788 θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια.
Στην Ελλάδα γεννήθηκαν το 2025 μόλις 65.594 παιδιά.
Διατηρούμε ήδη περισσότερες ετήσιες πανεπιστημιακές θέσεις από τα παιδιά που γεννιούνται στη χώρα. Και βέβαια δεν θα θελήσουν ούτε θα μπορέσουν όλα να σπουδάσουν.
Ανάμεσα στη γέννηση και στις Πανελλαδικές μεσολαβούν δεκαοκτώ χρόνια. Τα παιδιά του 2025 γεννήθηκαν ήδη. Θα φτάσουν στις πύλες των πανεπιστημίων το 2043 και ο αριθμός τους δεν πρόκειται να αυξηθεί.
Το 2008 γεννήθηκαν στην Ελλάδα 118.302 παιδιά. Από αυτή τη φουρνιά προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των φετινών υποψηφίων. Μέσω των βασικών κατηγοριών ΓΕΛ και ΕΠΑΛ εισήχθησαν περίπου 54.400 νέοι, ή γύρω στο 46% των γεννηθέντων το ‘08. Με τις ειδικές κατηγορίες και τις στρατιωτικές σχολές και αστυνομία, το ποσοστό πλησιάζει το 50%.
Ας κρατήσουμε το 46% σαν μπούσουλα. Στα 65.594 παιδιά που γεννήθηκαν το 2025 αναλογούν περίπου 30.200 εισακτέοι το 2043.
Τριάντα χιλιάδες νέοι για σημερινές 68.788 θέσεις. Περισσότερες από δύο θέσεις για κάθε υποψήφιο.
Χμμ.
Δεν είναι αυτό φυσικά μια πρόβλεψη με ακρίβεια ατόμου. Είναι τάξη μεγέθους και ανάγωγη με τα σημερινά δεδομένα. Και η τάξη μεγέθους δεν σώζεται με καμία δημιουργική λογιστική.
Το δημογραφικό δεν έρχεται. Είναι ήδη εδώ.
Μέχρι τότε θα προσποιούμαστε ότι το πανεπιστήμιο αποτελεί τη φυσική κατάληξη κάθε παιδιού, λες και όλοι έχουν την ίδια κλίση, επιθυμία και εφόδια για ακαδημαϊκές σπουδές.
Δεν τα έχουν. Ούτε όλοι έχουν την όρεξη για πανεπιστήμιο. Σε καμία κοινωνία δεν θέλουν όλοι να πάνε πανεπιστήμιο.
Υπάρχουν παιδιά με εξαιρετική πρακτική ευφυΐα και ταλέντο στην τεχνική, στις πωλήσεις ή στην παραγωγή. Θα μπορούσαν να γίνουν άριστοι τεχνικοί, ακριβοθώρητοι ηλεκτρολόγοι, περιζήτητοι προγραμματιστές ή επαγγελματίες.
Εμείς τους λέμε όμως ότι χωρίς πανεπιστημιακό χαρτί απέτυχαν. Μετά απορούμε γιατί λείπουν τεχνίτες και περισσεύουν άχρηστα πτυχία.
Ένας νέος μπορεί να περάσει τέσσερα ή πέντε χρόνια για σπουδάσει ένα πτυχίο που ίσως δεν θα χρησιμοποιήσει ποτέ. Στα στατιστικά αυτό καταγράφεται ως κοινωνική πρόοδος και “να ακόμη ένας πτυχιούχος!”
Υπάρχει όμως και ένας λογαριασμός που πληρώνουμε όλοι.
Ο Προϋπολογισμός κράτους για το 2026 προβλέπει περίπου €1,46 δισ. ευρώ για την “Τριτοβάθμια Εκπαίδευση”. Από αυτά, περίπου €778 εκατ. ευρώ αφορούν μισθούς και αποζημιώσεις του προσωπικού.
Στα δημόσια ΑΕΙ υπάρχουν, σύμφωνα με την ΕΘΑΑΕ, 350.739 ενεργοί προπτυχιακοί φοιτητές. Αυτοί συνδέονται άμεσα με τις θέσεις εισαγωγής και το δημογραφικό.
Οι περίπου 92.000 μεταπτυχιακοί είναι διαφορετική ομάδα φοιτητών. Σημαντικό μέρος τους πληρώνει δίδακτρα, που συχνά φτάνουν τα €3.000-€5.000 ευρώ το χρόνο.
Από την άλλη έχουμε και τους 32.500 υποψήφιους διδάκτορες, πολλοί εκ των οποίων χρηματοδοτούνται από ερευνητικά έργα και υποτροφίες, ενώ παράγουν έρευνα. Αν τους προσθέταμε όλους στον παρονομαστή της χρηματοδότησης ανά φοιτητή, ο αριθμός θα μίκραινε ακόμα χειρότερα. Θα ήταν όμως λογιστικό κρύψιμο.
Το €1,46 δισ. προς τους 350.739 ενεργούς προπτυχιακούς δίνει περίπου €4.150 ευρώ ανά φοιτητή τον χρόνο. Πολύ φτηνά. Η αναλογία αυτή περιλαμβάνει μισθούς, λειτουργία, μέριμνα, υποδομές, επενδύσεις και έρευνα. Δεν είναι το λογιστικό κόστος μιας θέσης. Δείχνει πόσο αραιά απλώνεται σήμερα η χρηματοδότηση.
Το μεγαλύτερο μέρος είναι σταθερό κόστος. Ένα τμήμα με τριάντα πρωτοετείς χρειάζεται καθηγητές, γραμματεία, κτίριο, θέρμανση και εργαστήρια. Όσο λιγοστεύουν οι φοιτητές χωρίς να μικραίνει το σύστημα, τόσο ακριβαίνει κάθε θέση. Το δημογραφικό όμως θα αφήσει άδεια έδρανα και θα κάνει ακριβότερα όσα παραμείνουν γεμάτα.
Η σύγχυση που προκαλεί όλη αυτή η περίπλοκη εξέλιξη είναι βολική για να μην ασχοληθεί κάποιος σοβαρά με αυτό το ζήτημα. Ως τώρα είχαμε κάθε χρόνο περισσότερες θεσεις. Τώρα πρέπει να προγραμματίσουμε την συρρίκνωση.
Ο εξορθολογισμός της ανώτατης παιδείας δεν σημαίνει φυσικά περικοπές. Σημαίνει μεγαλύτερη και πιο εστιασμένη επένδυση ανά φοιτητή, σε όσα είναι σήμερα ουσιώδη, χωρίς τις παρωπίδες και τα πελατειακά κατάλοιπα της δεκαετίας του ’80.
Με τα σημερινά δημογραφικά δεδομένα, οι πραγματικές θέσεις πανεπιστημιακής φοίτησης που θα χρειάζεται η χώρα στο σύντομο μέλλον είναι πολύ λιγότερες από το σημερινό σύστημα των περίπου 350.000 ενεργών προπτυχιακών.
Σήμερα οι 350.739 ενεργοί προπτυχιακοί αντιστοιχούν περίπου σε εξίμισι ετήσιες φουρνιές των 54.400 εισακτέων. Αν εφαρμόσουμε την ίδια πραγματική διάρκεια φοίτησης στους περίπου 30.200 εισακτέους του 2043, προκύπτουν γύρω στους 195.000 ενεργούς προπτυχιακούς φοιτητές.

Ούτε ιδανικές αποφοιτήσεις στην ώρα τους (4 ή 5 έτη) υποθέσαμε, ούτε εξαφανίσαμεν τους “αιώνιους φοιτητές” με ένα μαγικό κουμπί. Χρησιμοποιήσαμε την γυμνή σημερινή πραγματικότητα. Και αυτή λέει στεγνά ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο οδεύει προς σχεδόν το μισό του σημερινού του μεγέθους. Αν δεν συνοδεύσει η συρρίκνωση την βελτίωση της ποιότητας του συστήματος σε λίγα χρόνια θα καταρρεύσει μόνο του και θα αντικατασταθεί από την ιδιωτική εκπαίδευση, διότι δεν πιστεύω ότι ένα ιδιωτικό μη κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο θα ξοδεύει τις δωρεές του και τα δίδακτρά του σε κενές θέσεις φοίτησης.
Ας ξοδεύουμε λοιπόν τουλάχιστον τα ίδια συνολικά χρήματα που ξοδεύουμε σήμερα αλλά για τους μισούς φοιτητές. Σχεδόν διπλάσια δηλαδή ανά φοιτητή.
Για περισσότερη διδασκαλία, πιο σύγχρονα ερευνητικά εργαστήρια, εξοπλισμό που να λειτουργεί και σπουδές με πραγματικό αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία.
Και για υποτροφίες στο καλύτερο 10%, ώστε η δουλειά αυτών των παιδιών να είναι το διάβασμα και η έρευνα, αντί το σερβίρισμα αλκοολούχων ποτών σε νησιωτικά μπαρ μέσα στη σεζόν, για να επιβιώσουν.
Η πολιτεία οφείλει να επενδύει στις γνώσεις και στις παραγωγικές δυνατότητες που θα χρειάζεται η χώρα για δεκαετίες. Ο ορίζοντας δεν μπορεί να είναι οι σημερινές αγγελίες εργασίας. Ούτε μπορούμε να παράγουμε πτυχία των οποίων η συνηθέστερη επαγγελματική διέξοδος είναι μια δουλειά που δεν απαιτούσε εξαρχής πανεπιστημιακό τίτλο. Ή η ανεργία.
Το πανεπιστήμιο δεν είναι γραφείο ευρέσεως εργασίας. Με €1,46 δισ. ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης τον χρόνο, όμως, δηλαδή περίπου ίσο με το μισό ΕΝΦΙΑ, δεν μπορεί να παραστήσει άλλο πως δεν υπάρχει οικονομία έξω από την πύλη του.
Η χώρα χρειάζεται γιατρούς, μηχανικούς, ερευνητές, πληροφορικάριους, μηχανικούς παραγωγής, μηχανικούς ενέργειας και αγροτεχνολογίας. Φυσικά χρειάζεται πάντοτε ιστορικούς, φιλολόγους, κοινωνικούς επιστήμονες και καλλιτέχνες. Δεν χρειάζεται όμως απεριόριστες θέσεις σε κάθε γνωστικό αντικείμενο, απομακρυσμένο από την πραγματική ζήτηση, την ποιότητα και την επαγγελματική διέξοδο κάθε πτυχίου.
Μια σχολή δεν είναι άχρηστη επειδή δεν αρέσει το αντικείμενό της σε κάποιον υπουργό.
Υπάρχουν μετρήσιμα πράγματα: πόσοι την επιλέγουν, πόσοι αποφοιτούν, τι έρευνα παράγει, ποια ποιότητα προσφέρει και ποια σταθερή ανάγκη της χώρας καλύπτει. Εκείνη η σχολή που αποτυγχάνει παντού και επιβιώνει μόνο επειδή κανείς δεν θέλει να χρεωθεί το κλείσιμό της, έχει πάψει να είναι εκπαιδευτικό ίδρυμα. Έχει γίνει προστατευόμενη εκλογική δαπάνη.
Σήμερα σκορπίζουμε τη χρηματοδότηση σε περίπου 350.000 ενεργούς προπτυχιακούς. Με τα ίδια χρήματα στους 195.000, η αναλογία θα πλησίαζε τις 7.500 ευρώ ανά φοιτητή. Στους 175.000 θα ξεπερνούσε τις 8.000.
Στο ελληνικό Δημόσιο μια σχολή μπορεί να χάσει τους φοιτητές της, τη ζήτηση και τον λόγο ύπαρξής της. Τον προϋπολογισμό της όμως δυστυχώς τον χάνει πολύ δυσκολότερα.
Κάθε τμήμα διαθέτει ανθρώπους που υπερασπίζονται τις οργανικές θέσεις και την επιβίωσή του. Οχι ανυστερόβουλα. Όμως το εργαστήριο της αληθινά χρήσιμης σχολής που ξέμεινε με παλιό εξοπλισμό, δεν διαθέτει λόμπι. Ούτε ο άριστος φοιτητής που δουλεύει νύχτα για να σπουδάζει το πρωί.
Το συνολικό κονδύλι δεν χρειάζεται να μικρύνει. Χρειάζεται να πάψει να σκορπίζεται σε λάθος πράγματα.
Το 2043 μπορεί να υπάρχουν 68.788 δημόσιες θέσεις για περίπου 30.000 νέους. Ως τότε θα έχουμε ξοδέψει δισεκατομμύρια για μια μηχανή σχεδιασμένη για παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ και για σχολές παντελώς άχρηστες ή και παρελκυστικές, γιατί κλέβουν χρηματοδότηση από τις πραγματικά χρήσιμες.
Πόσα ακόμη εργαστήρια των χρήσιμων σχολών θα μείνουν χωρίς εξοπλισμό, για να μη μείνει χωρίς προϋπολογισμό ούτε μία από τις άχρηστες;
Έλα ντε!