Όταν μπροστά σου στο δικαστήριο βλέπεις τη διάβρωση της Δικαιοσύνης
Γράφει ο Αντώνης Μποσνακούδης, Δημοσιογράφος
Η διάβρωση μέσα στο δικαστικό σώμα (κυρίως μετά από τα γεγονότα γύρω από την εκδίκαση του εγκλήματος των Τεμπών) είναι πια εμφανής σε όλους. Όταν όμως γίνεσαι μάρτυρας αυτού μέσα σε δικαστική αίθουσα, με έπαρση, αλαζονεία και ειρωνεία από την Πρόεδρο και ευθυγράμμιση του εισαγγελέα για να μην ακουστούν τα ουσιαστικά και θεμελιώδη και να κατευθύνουν το αποτέλεσμα ως φίμωση κατά δημοσιογράφου, έχεις υποχρέωση να δημοσιοποιήσεις το γεγονός.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος δημοσίευσης του παρόντος άρθρου ώστε οι πολίτες να γνωρίσουν μία ακόμη πτυχή των αποτελεσμάτων από παράβαση καθήκοντος δικαστικών και οι δικαστικοί να τεθούν υπό λογοδοσία όπως απαιτεί η Δημοκρατία και οι ίδιοι αποδέχτηκαν με την είσοδό τους στο δικαστικό σώμα. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για αστυνομικούς και κάθε δημόσιο λειτουργό. Η σημερινή απαράδεκτη κατάσταση αναφορικά με συμπεριφορά και λειτουργία δημόσιων λειτουργών έχει τις ρίζες της στην επικράτηση τέτοιων συνηθειών.
Στην απόλυτη κυριολεξία και χωρίς υπερβολή, ο τρόπος που πολύ συχνά λειτουργούν οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς μέσα στη δικαστική αίθουσα είναι να επιβάλλουν κατευθυνόμενη διαδικασία, η οποία είναι κραυγαλέα αντιδημοκρατική, σαν να κάνουν εγχείριση σε αίθουσα χειρουργείου που δεν έχει απολυμανθεί, αυτοί οι ίδιοι δεν έχουν πλυθεί και απολυμανθεί, ούτε φορούν μπλούζα και σκουφάκι χειρουργείου. Λειτουργούν εγκληματικά.
Αστυνομία-Εισαγγελία κατασκεύασαν δίωξη
Πριν από λίγο καιρό κατέθεσα ως μάρτυρας υπεράσπισης δημοσιογράφου σε έφεσή του όπου αντιμετώπιζε κύρια κατηγορία της διατάραξης συνεδρίασης δημοτικού συμβουλίου. Έγινε μετά από παρεμβάσεις του δημάρχου (δικηγόρου), χωρίς γνώση ή έγκριση του δημοτικού συμβουλίου και χωρίς να κληθούν μάρτυρες υπεράσπισης!
Πρωτόδικα η Αστυνομία “ξέχασε” να λάβει το βίντεο από την αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου, ούτε στο αυτόφωρο δέχτηκαν οι πρόεδρος-εισαγγελέας να παιχτεί το βίντεο που έδειχνε ότι ο κατηγορούμενος πήρε κανονικά τον λόγο από τον Πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου και δεν υπήρξε καμία διατάραξη. Μόνο ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου εξόργισε κάποιους συμβούλους διότι με ρομποτίστικο τρόπο έλεγε «δεν είναι στην ημερήσια διάταξη». Απέφευγε να δώσει χρόνο λίγων λεπτών συζήτησης για να αναφερθεί ένα θέμα απάτης που ανέδειξε ο δημοσιογράφος. Στην πλευρά του δημάρχου εμπλέκεται και εταιρία που πρόσφατα έχει αναλάβει κατασκευαστικό έργο σε αμυντικές προμήθειες.
Οι σύμβουλοι καλούσαν τον δημοσιογράφο στο δικό τους μικρόφωνο να μιλήσει για να ενημερωθούν συνοπτικά και σε επόμενο συμβούλιο να λογοδοτήσει ο δήμαρχος. Ακόμη όμως και τα ντεσιμπέλ από τις διαμαρτυρίες των συμβούλων ούτε στο υπερ-παραμικρό μπορούσαν να χαρακτηριστούν διατάραξη. Δεν υπήρξε κανένα γεγονός διατάραξης (όπως κατέθεσα) όχι μόνο από τον δημοσιογράφο, αλλά από κανέναν, ούτε και από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου ή τους εξοργισμένους συμβούλους.
Η πρωτόδικη παράνομη αστυνομική και εισαγγελική άρνηση να δουν το βίντεο της συνεδρίασης κατεύθυνε την αποδεικτική διαδικασία υπέρ του δημάρχου και εις βάρος του δημοσιογράφου ΧΩΡΙΣ αυτός να έχει παρανομήσει. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι το δικηγορικό γραφείο του δημάρχου είναι το προτιμητέο από την πλειοψηφία των αστυνομικών σε υποθέσεις που έχουν. Όπως και να έχει, κατευθύνθηκε η υπόθεση σε καταδίκη του δημοσιογράφου, ώστε στην έφεση οι πρόεδρος – εισαγγελέας να ανεχθούν τις πρωτόδικες παρανομίες και την μη δίκαιη δίκη για να μην «εκθέσουν» τους συναδέλφους τους.
“Δολοφονίες” των βίντεο και μαρτύρων
Η “δολοφονία” του βίντεο της συνεδρίασης ως αποδεικτικού στοιχείου ήταν το θεμέλιο για την κατασκευή πρωτόδικης καταδίκης του δημοσιογράφου. Αν η Αστυνομία το έβλεπε (όπως επιτακτικά το ζήτησε ο ίδιος και η δικηγόρος του) ή προβαλλόταν στην πρωτόδικη διαδικασία (όπως και εκεί επιτακτικά το ζήτησαν) δεν θα είχαν οι διώκτες του καμία δικαιολογία, ούτε ίχνος, για να τον καταδικάσουν, ούτε καν να τον παραπέμψουν σε δίκη, αντίθετα θα μπορούσαν οι Αρχές να διώξουν τον δήμαρχο, τουλάχιστον για ψευδή καταμήνυση. Ακόμη χειρότερα, πρωτόδικα δεν κλήθηκαν οι σύμβουλοι που ήταν μάρτυρες υπεράσπισης αλλά εξετάστηκε μόνο ένας μάρτυρας κατηγορίας: ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, δηλαδή αυτός που εξόργισε τους δημοτικούς συμβούλους και ανέβηκαν τα ντεσιμπέλ!!!
Αυτό που είδα εγώ στην κατάθεσή μου είναι δικαστική δολοφονία και των μαρτύρων υπεράσπισης με ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ και στοχευμένη επίθεση για να μην ακουστούν κομβικά σημεία. Οι μάρτυρες προσερχόμαστε για να καταθέσουμε ελεύθερα και όχι … για να περάσουμε μαρτύριο από τις προσβλητικές, αλήτικες συμπεριφορές προέδρων, εισαγγελέων κλπ που εξυπηρετούν κυβερνητικούς, αυτοδιοικητικούς, αστυνομικούς ή άλλους επίορκους δημόσιους λειτουργούς.
Ειδικότερα στην κατάθεσή μου, η Πρόεδρος εμφανώς και εμπράκτως με παρεμπόδιζε να δείξω ότι τα δύο κρίσιμα στοιχεία σχετικά με τις υποτιθέμενες παραβάσεις του δημοσιογράφου, δικαίωναν τον δημοσιογράφο και εξέθεταν τον δήμαρχο, τον προστατευόμενό τους. Το ένα και βασικό στοιχείο είναι ότι δεν έγινε καμμία απολύτως διατάραξη συνεδρίασης και το δεύτερο ότι δεν νοείται προσβολή του προσώπου δημόσιου λειτουργού όταν ασκείται κριτική και αξιολόγηση για την υπηρεσιακή του λειτουργία, ο δημόσιος λειτουργός δεν προσβάλλεται.
Κατέθεσα κατηγορηματικά ότι ΔΕΝ υπήρξε ΚΑΜΜΙΑ διατάραξη και προχώρησα σε παρουσίαση ενός Σημείου Αναφοράς για ασφαλή αξιολόγηση πότε μία κατάσταση-αντίδραση πλησιάζει αυτό το σημείο και αποτελεί διατάραξη. Είπα ότι έχουμε δει σε βίντεο (που ήταν διαθέσιμα για προβολή) πολλές περιπτώσεις εισβολής και διατάραξης συνεδριάσεων (μέχρι και απομάκρυνσης συμβούλων από τη θέση τους) και ότι η κατάσταση στο συγκεκριμένο δημοτικό συμβούλιο ΔΕΝ είχε ούτε στο ελάχιστο σχέση με αυτό. Η Πρόεδρος με απαξιωτικό και ειρωνικό ύφος με διέκοψε λέγοντας «δηλαδή να γίνουμε Άγρια Δύση;». Ήταν εξόφθαλμα προφανής η πρόθεσή της να μην αφήσει να αξιοποιηθεί το Σημείο Αναφοράς διότι δικαίωνε απολύτως τον διωκόμενο δημοσιογράφο και κατέρρεε το στήσιμο της υπόθεσης εναντίον του. Άγρια Δύση δεν υπήρξε στο παραμικρό μέσα στη συνεδρίαση, αν έτσι αντιλαμβάνεται τη διατάραξη.

Η Πρόεδρος χαρακτήρισε καταχρηστικά το σημείο αναφοράς ως Άγρια Δύση με σκοπό να το «μολύνει», να το «σκουπίσει» στα γρήγορα και να μην αξιοποιηθεί για σύγκριση του πραγματικού γεγονότος στο δημοτικό συμβούλιο με τα βίντεο από εμφανείς διαταράξεις σε άλλες τοποθεσίες. Αυτή όμως η σύγκριση και το σημείο αναφοράς θα απέδιδαν δικαιοσύνη αν δεν την παρεμπόδιζε η Πρόεδρος. Όταν προσπαθούσα να απαντήσω, ο εισαγγελέας με σταματούσε λέγοντας «περιμένετε να ολοκληρώσει η κυρία Πρόεδρος». Δηλαδή να ολοκληρώσει την μελετημένη διακοπή και έμπρακτη παρεμπόδιση της κατάθεσής μου!
Όταν οι εισαγγελέας-πρόεδρος απαγόρευσαν την αξιοποίηση ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ στοιχείων διατάραξης συνεδριάσεων για σύγκριση με την υπόθεση και το δικαστήριό τους αποφάσισε ότι υπήρξε διατάραξη συνεδρίασης του συμβουλίου, τότε υπάρχει σοβαρό ΠΡΟΒΛΗΜΑ: (1) Είτε η Πρόεδρος και οι άλλοι δικαστικοί έχουν διανοητικό πρόβλημα και είναι ανεπαρκείς να αξιολογήσουν σωστά. Δηλαδή δεν είναι ικανοί να αξιολογήσουν και κρίνουν ότι ΔΕΝ υπάρχει διατάραξη συνεδρίασης σε μία κατάσταση όπου ο κατηγορούμενος δημοσιογράφος δεν προκάλεσε ΚΑΜΜΙΑ διατάραξη και δεν προκλήθηκε ΚΑΜΜΙΑ διατάραξη από οποιονδήποτε άλλο, (2) Είτε παραβίασαν το καθήκον τους συνειδητά και εργαλειοκεντρικά για να παραχθεί ένα προαποφασισμένο αποτέλεσμα, που βολεύει τον κύκλο γύρω από τον δήμαρχο για να φιμώσει τον δημοσιογράφο, να αποσιωπήσει τον έλεγχο και να ξεχαστεί το γεγονός της εξαπάτησης, στο οποίο εμπλέκεται και εταιρία αμυντικών προμηθειών.
Οποιαδήποτε όμως από τις δύο περιπτώσεις και αν ισχύει αποκαλύπτει την ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα ή ανικανότητα των συγκεκριμένων δικαστικών να ασκούν δικαστική εξουσία. Είναι απαράδεκτο να διατηρούν την δικαστική ιδιότητα είτε λόγω περιορισμένων νοητικών ικανοτήτων αντίληψης είτε λόγω ανυπαρξίας προσωπικής και υπηρεσιακής ανεξαρτησίας.
Ειρωνείες της Προέδρου … και αμυντικές προμήθειες
Η δεύτερη κατηγορία που στήθηκε κατά του δημοσιογράφου, όπου η Πρόεδρος έδωσε ρεσιτάλ δόλιας ειρωνείας, ήταν της εξύβρισης του δημάρχου, η οποία (1) ποτέ δεν έγινε και αποδεικνύεται από το βίντεο και (2) δεν ευσταθεί διότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι δημόσιοι λειτουργοί ΔΕΝ προσβάλλονται ούτε υφίστανται πλήγματα κατά της προσωπικότητάς τους ή δικαιωμάτων τους. Κατά τον «υπηρεσιακό βίο» δεν είναι πολίτες-πρόσωπα, αλλά πολίτες-δημόσιοι λειτουργοί, δεν έχουν τις ιδιότητες, δικαιώματα κλπ του «προσώπου» (διότι δεν θα μπορούσε να τούς ασκηθεί υπηρεσιακός έλεγχος λόγω των προστασιών του προσώπου) αλλά έχουν ΜΟΝΟ καθήκοντα, για την άσκηση των οποίων λογοδοτούν.
Την διαδικασία λογοδοσίας του δημάρχου και του δημοτικού συμβουλίου ο δήμαρχος την αλλοίωσε δόλια παρουσιάζοντάς την ως εξύβριση αυτού του ιδίου αν και ΠΟΤΕ δεν αναφέρθηκε το όνομά του ως προσώπου. Ο δημοσιογράφος, στα λίγα λεπτά που μίλησε μέσω μικροφώνων δημοτικών συμβούλων που βρίσκονταν κοντά του και τον καλούσαν, αναφέρθηκε σε γνωστή του υπόθεση όπου ο Δήμος μέσω του δημάρχου δεν τον έχουν πληρώσει ακόμη για εφαρμογές Android που έχει αναπτύξει για τον Δήμο από τις αρχές της δεκαετίας (!) και τουλάχιστον μία έχει βραβευθεί σε διαγωνισμό πριν από χρόνια. Αναφερόμενος σε όλο το δημοτικό συμβούλιο είπε «Έχω υποστεί απάτη», «Με εξαπατήσατε, είστε απατεώνες», προσδιορίζοντας συνολικά τον Δήμο ως υπεύθυνο, ώστε να υποχρεώσει την διοίκησή του να φέρει το θέμα στο συμβούλιο για να προσωποποιηθούν οι ευθύνες. Μάλιστα, ακούγεται καθαρά ένας δημοτικός σύμβουλος να φωνάζει «Πρόεδρε, πώς περνάς έτσι, πώς το ανέχεσαι αυτό; Μάς χαρακτήρισε απατεώνες». Ήταν ξεκάθαρο και για τους συμβούλους ότι απευθυνόταν σε όλους.
Όπως πήγα να καταθέσω, ανεξαρτήτως ποιός έχει δίκαιο (Δήμος ή δημοσιογράφος) υπάρχει απάτη, υπάρχει εξαπάτηση, υπάρχει απατεωνιά. Είτε εξαπατήθηκε ο δημοσιογράφος και δεν τον πλήρωσαν ειδικά για τη δημιουργία της εφαρμογής που βραβεύτηκε, είτε δεν την δημιούργησε αυτός, την δημιούργησε άλλος που πούλησε την εφαρμογή (όπως λέει ο Δήμος) σε εταιρία που την προμήθευσε στον Δήμο και αυτή η εφαρμογή βραβεύτηκε. Η εν λόγω εταιρία είναι αυτή που ανέλαβε κατασκευαστικό έργο σε μεγάλο πρόγραμμα αμυντικών προμηθειών του ΥΠΕΘΑ.
Αν όμως δεχθούμε (και θα το κατέθετα) ότι την εφαρμογή την αγόρασε η αμυντική εταιρία από τρίτο πρόσωπο και μετά την προμήθευσε στον Δήμο, έχουμε σκάνδαλο εξαπάτησης όλων των Δήμων της Ελλάδας και της οργανωτικής επιτροπής των Βραβείων, διότι κατά τον χρόνο της βράβευσης … η εφαρμογή ΔΕΝ υπήρχε, δεν είχε δημιουργηθεί, δεν είχε κυκλοφορήσει στο Google Play !!!
Οι ημερομηνίες δικαιώνουν τον δημοσιογράφο και αυτό ακριβώς ήθελε η Πρόεδρος να μην ακουστεί διότι αποδεικνύει την εξαπάτηση. Στις 6 Νοεμβρίου 2020 ήταν η καταληκτική ημερομηνία υποβολής υποψηφιότητας για τα Βραβεία του 2020 και στις 24 Φεβρουαρίου 2021 οι διοργανωτές ανακοίνωσαν στο Facebook τους νικητές για το 2020. Τα στοιχεία όμως στο Google Play για την εφαρμογή Android αναφέρουν ξεκάθαρα ότι η εφαρμογή της αμυντικής εταιρίας κυκλοφόρησε στις 23 Δεκεμβρίου 2022, δηλαδή 25 ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ από την προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων, περισσότερο από δύο χρόνια. Δηλαδή ο δήμαρχος/Δήμος και οι οργανωτές εξαπάτησαν και έκλεψαν βραβείο από άλλο Δήμο;
Αντίθετα, οι ημερομηνίες δικαιώνουν τον δημοσιογράφο, ο οποίος κυκλοφόρησε την εφαρμογή στις 4 Σεπτεμβρίου 2020, δηλαδή υπήρχε ήδη για δύο μήνες ΠΡΙΝ την καταληκτική ημερομηνία υποβολής υποψηφιότητας.
Εδώ ήταν και το σημείο επίορκης παρέμβασης της Προέδρου. Ανέφερα ότι όντως υπάρχει εξαπάτηση ό,τι και αν συμβαίνει και ότι ο Δήμαρχος ως δημόσιος λειτουργός ΔΕΝ είναι πρόσωπο και δεν προσβάλλεται ή συκοφαντείται κλπ, δεν επιτρέπεται να μηνύσει κάποιον (όπως έκανε κατά του δημοσιογράφου για εξύβριση). Τότε η Πρόεδρος αντί να με αφήσει να συνεχίσω και να δώσω λεπτομέρειες, με διέκοψε και προέβη σε μία πραγματικά θεατρική εκδήλωση “απορίας” λέγοντας «Αν εμένα με αποκαλέσει κάποιος απατεώνα, δεν θα του κάνω μήνυση;». Είπα «Να σάς απαντήσω» αλλά με αγνόησε και συνέχισε τον επιδεικτικό μονόλογό της αναγκάζοντάς με να το ξαναπώ. Τότε ο εισαγγελέας με “διέταξε” να μην διακόπτω την Πρόεδρο !!!
Θα της απαντούσα ότι εξαρτάται από τις συνθήκες και ότι για αυτήν ισχύει ό,τι ισχύει και για κάθε δημόσιο λειτουργό δηλαδή η ίδια ΔΕΝ θα επιτρεπόταν να υποβάλλει μήνυση αν η κατηγορία εναντίον της αφορούσε την υπηρεσιακή λειτουργία της. Θα αποτελούσε νομιμότατη και συνταγματικότατη αξιολόγησή της για την οποία φυσικά ο τρίτος θα έπρεπε να δώσει στοιχεία. Αν της το έλεγε εκτός υπηρεσίας και αφορούσε τον ιδιωτικό βίο της τότε προφανώς μπορούσε να υποβάλλει μήνυση. Άλλωστε, όταν ζητείται η εξαίρεση κάποιου προέδρου ή εισαγγελέα κλπ σε μία δίκη για συγκεκριμένους λόγους, είναι αδιανόητο αυτός/αυτή να υποβάλλει μήνυση για προσβολή, εξύβριση κλπ. παρ’ ότι τότε εκφράζεται δημόσια η απόλυτη αμφισβήτηση του δικαστικού! Η Πρόεδρος προφανώς γνωρίζει ότι η ίδια και κάθε δημόσιος λειτουργός ΔΕΝ έχει “δικαιώματα προσώπου” κατά την υπηρεσιακή λειτουργία της. Μάλιστα, έχει υποχρέωση να δέχεται ακόμη και “επιθετική” κριτική, αλλά η θεατρική παράσταση που έδωσε μέσα στην δικαστική αίθουσα ήταν στοχευμένη στο να “καθαρίσει” αυτό το στοιχείο υπεράσπισης, μεροληπτώντας κατά του δημοσιογράφου.
Όπως στην περίπτωση του εγκλήματος των Τεμπών, των υποκλοπών κλπ έτσι και σε αυτή την υπόθεση, οι χειρισμοί Προέδρου-Εισαγγελέα κατεύθυναν τη διαδικασία σε συγκεκριμένη (προαποφασισμένη;) άγονη οδό ως προς την απονομή δικαιοσύνης, δηλαδή παρεμπόδισαν την απονομή δικαιοσύνης εις βάρος του δημοσιογράφου με προφανή στόχο την φίμωσή του και όλων όσων θα επιθυμούσαν λογοδοσία από τη δημοτική αρχή. Δυστυχώς γίνεται όλο και εμφανέστερο το φαινόμενο των δικαστικών “εξυπηρετήσεων” προς κυβερνητικούς ή άλλους δημοσίους λειτουργούς εις βάρος της ισονομίας και απονομής Δικαιοσύνης. Επιχειρούν να μάς το επιβάλλουν ως αποδεκτό.

Η κατάχρηση της διακριτικής ευχέρειας
Η κατευθυνόμενη διαδικασία σε προκατασκευασμένη απόφαση είναι η μέθοδος που χρησιμοποιούν, αγνοώντας προκλητικά αποδεικτικά στοιχεία όπως τα βίντεο, καταθέσεις μαρτύρων (όταν δεν τούς απαγορεύουν να μιλήσουν) και ό,τι άλλο θεωρούν ότι χαλάει τη δουλειά της κατευθυνόμενης δίκης.
Η δικαιολογία τους είναι η «διακριτική ευχέρεια» του δικαστικού! Και αποκαλύπτουν έτσι το επιλεγμένο προνομιούχο πεδίο κατάχρησης εξουσίας. Η υποτιθέμενη “διακριτική ευχέρεια” είναι το όπλο των επίορκων κατά των πολιτών που τούς επιτρέπουμε να χρησιμοποιούν τη ΔΙΚΗ ΜΑΣ εξουσία για να δικάζουν.
Στην κανονική Δημοκρατία μόνο ο κάθε πολίτης έχει εξουσία (δικαστική, αστυνομική, κυβερνητική κλπ) ως οντολογική ιδιότητά του και με την Παιδεία που (πρέπει να) λαμβάνει την ασκεί προς όφελος της κοινωνίας. Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία που έχουμε σήμερα αποτελεί “αποδεκτή αλλοίωση” της κανονικής Δημοκρατίας για πρακτικούς λόγους. Αναθέτουμε αυτές τις ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ εξουσίες σε δικαστικούς, αστυνομικούς, βουλευτές και άλλους Δημόσιους Λειτουργούς κάτω από αυστηρό πλαίσιο υπηρεσιακής λειτουργίας τους και ελέγχου τους για λογοδοσία και έλεγχο αναλογικότητας των ενεργειών τους σε σχέση με την αιτία. Δηλαδή ναι μεν τούς επιτρέπουμε να χρησιμοποιούν την ΔΙΚΗ ΜΑΣ εξουσία αλλά μόνο μέσα σε πλαίσια και προϋποθέσεις που ΕΜΕΙΣ θέτουμε και κάθε δημόσιος λειτουργός υποχρεωτικά δέχεται για να λάβει την ΔΙΚΗ μας εξουσία ως αντιπρόσωπός μας στην απονομή Δικαιοσύνης, αστυνόμευσης και επιβολής του νόμου, διακυβέρνησης του κράτους κλπ.
Στον δικαστικό χώρο το πλαίσιο λειτουργίας τους περιλαμβάνει υποχρεωτική συλλογή και αξιοποίηση ΚΑΘΕ στοιχείου κυρίως τεχνικών όπως τα βίντεο αλλά και αυτά από μάρτυρες. Η διακριτική ευχέρεια ΔΕΝ είναι αυθαίρετη άσκηση εξουσίας αποκλεισμού στοιχείων που ΕΜΕΙΣ υποχρεώνουμε τους δικαστικούς να αξιοποιούν μέσα στο πλαίσιο που ΕΜΕΙΣ καθορίζουμε. Κάθε δικαστικός είναι υποχρεωμένος να αξιοποιεί τα στοιχεία ώστε η δίκη να είναι δίκαιη. Η διακριτική ευχέρεια δεν είναι αυθαίρετη εξουσία και σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να εκφράζεται ως αποκλεισμό βίντεο ή εξέτασης μάρτυρα ή καταστολής της κατάθεσής του.
Η διακριτική ευχέρεια είναι νόμιμη ευελιξία και όχι προσχηματικό δικαίωμα αυθαιρεσίας. Ο εισαγγελέας ή ο δικαστής δεν μπορεί να αγνοεί αποδεικτικά στοιχεία ή καταθέσεις χωρίς αιτιολογία. Αν το κάνει, αυτό αποτελεί παραβίαση της δίκαιης δίκης και πρέπει να οδηγήσει μέχρι και σε ακύρωση της διαδικασίας. Η διακριτική ευχέρεια δεν είναι αυθαίρετη εξουσία. Πρέπει να ασκείται με σεβασμό στα δικαιώματα του κατηγορουμένου/θύματος και να μην παραβιάζει την αρχή της δίκαιης δίκης.
Δυστυχώς, εγώ είδα άλλη μία περίπτωση παραδικαστικής ανομίας με την δικαστική διαδικασία να έχει λειτουργήσει ως «πλυντήριο» για να παραχθεί ένα προαποφασισμένο αποτέλεσμα φίμωσης πολιτών και απαγόρευσης λογοδοσίας δημοσίων λειτουργών.
Όταν ένας δημόσιος λειτουργός ως δικαστής χρησιμοποιεί την εξουσία του για να καλύψει τα πειθαρχικά ή ποινικά παραπτώματα ενός συλλειτουργού (δημάρχου, δημοτικών συμβούλων της διοίκησης κλπ), τότε έχουμε ξεκάθαρη εκτροπή από το Κράτος Δικαίου, φορτώνοντας τον αντίδικο του δημάρχου με καταδικαστική απόφαση.
Έχουμε μια κλειστή κάστα εσωτερικών εξυπηρετήσεων που εκμεταλλεύεται θεσμικά προνόμια και όχι ένα απλό, ανθρώπινο δικαστικό σφάλμα.