Οι αυξήσεις «στο χαρτί» και η πραγματικότητα της ακρίβειας: Τι δείχνει η εικόνα για μισθούς και φορολογία
Στην πρόσφατη ενεργοποίηση των φορολογικών αλλαγών, που οδήγησαν σε μικρές αυξήσεις μισθών για εργαζομένους και συνταξιούχους, επιμένουν να αναφέρονται τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου. Σε κάθε δημόσια τοποθέτηση, το βάρος δίνεται στο πόσο ενισχύθηκαν οι αποδοχές των πολιτών μέσω της μειωμένης παρακράτησης φόρου και της μείωσης των τεκμηρίων διαβίωσης. Ωστόσο, η κυβερνητική ρητορική αποφεύγει μια κρίσιμη σύγκριση: την αντιπαραβολή μισθολογικών αυξήσεων με την πραγματική αύξηση των τιμών.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γιώργος Κώτσηρας, υπογράμμισε ότι «οι πολίτες θα δουν σημαντικές μειώσεις στη φορολογία», επισημαίνοντας ότι μισθωτοί και συνταξιούχοι έχουν ήδη λάβει αυξήσεις μέσω της νέας παρακράτησης. Παράλληλα, έκανε λόγο για πρόσθετη ελάφρυνση από τη μείωση των τεκμηρίων για κατοικίες και αυτοκίνητα.
Ωστόσο, η πραγματικότητα της ακρίβειας φαίνεται να εξανεμίζει τις όποιες αυξήσεις. Η ετήσια άνοδος 25% στην τιμή του μοσχαριού αρκεί για να «ροκανίσει» τα οφέλη που έλαβαν οικογένειες με παιδιά, ενώ οι συνεχείς ανατιμήσεις στα ενοίκια επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Για πολλά νοικοκυριά, το ισοζύγιο παραμένει αρνητικό, παρά τις φορολογικές παρεμβάσεις.
Την ίδια στιγμή, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και η ΑΑΔΕ προετοιμάζονται για την έναρξη της διαδικασίας υποβολής φορολογικών δηλώσεων, με το TAXIS να ανοίγει στις 16 Μαρτίου. Το νέο πλαίσιο προβλέπει κλιμακωτή έκπτωση ως κίνητρο για έγκαιρη υποβολή, ενώ αυξάνεται ο αριθμός των προσυμπληρωμένων δηλώσεων, με στόχο τη διευκόλυνση των φορολογουμένων.
Η εξόφληση του φόρου θα πραγματοποιείται σε οκτώ μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη να λήγει στο τέλος Ιουλίου. Όσοι επιλέξουν εφάπαξ πληρωμή δικαιούνται έκπτωση 4% για δηλώσεις έως 30 Απριλίου, 3% έως 15 Ιουνίου και 2% έως 15 Ιουλίου 2026. Το οικονομικό επιτελείο ποντάρει ότι τα κίνητρα αυτά θα επιταχύνουν τη διαδικασία και θα ενισχύσουν τη ρευστότητα του Δημοσίου.
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, η ουσία παραμένει πως οι μισθολογικές αυξήσεις δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν το κύμα ακρίβειας που πλήττει βασικά αγαθά και στέγαση. Η απόσταση ανάμεσα στη φορολογική πολιτική και την καθημερινότητα των πολιτών εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την οικονομική πραγματικότητα του 2026.