Ο «μέσος καταναλωτής» δεν υπάρχει πια: Η νέα οικονομία των τριών ταχυτήτων

Ο «μέσος καταναλωτής» δεν υπάρχει πια: Η νέα οικονομία των τριών ταχυτήτων
63 / 100 SEO Score

Πώς αλλάζουν οι συνήθειες δαπανών – Το διευρυνόμενο χάσμα και η ελληνική πραγματικότητα

Η νέα μελέτη της PYMNTS Intelligence ανατρέπει μια από τις πιο παγιωμένες αντιλήψεις της οικονομικής ανάλυσης: δεν υπάρχει πλέον ένας «μέσος καταναλωτής». Αντίθετα, η αγορά διαμορφώνεται από τρεις διακριτές ομάδες με εντελώς διαφορετικές συμπεριφορές, ανάγκες και αντοχές. Το εύρημα αυτό έρχεται σε μια περίοδο όπου οι παραδοσιακοί δείκτες φαίνεται να χάνουν την ερμηνευτική τους δύναμη. Παράδειγμα, ο Δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν κατρακύλησε τον Μάιο στο ιστορικά χαμηλό 44,8, ενώ οι λιανικές πωλήσεις συνέχισαν να αυξάνονται, φτάνοντας τα 757,1 δισ. δολάρια τον Απρίλιο. Η αντίφαση ανάμεσα στο πώς νιώθουν οι καταναλωτές και στο πώς ξοδεύουν δεν ήταν ποτέ πιο έντονη.

Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει όσους δεν ζουν από μισθό σε μισθό. Διατηρούν υψηλότερη αυτοπεποίθηση και συνεχίζουν να καταναλώνουν με σχετική άνεση, ακόμη κι όταν ανησυχούν για την πορεία της οικονομίας. Η δεύτερη ομάδα –η λεγόμενη «οικονομία του Κόστκο»– ζει οριακά, αλλά τα καταφέρνει. Αναζητά προσφορές, αξιοποιεί προγράμματα δόσεων και γνωρίζει καλά πού θα βρει τις χαμηλότερες τιμές. Η τρίτη ομάδα είναι εκείνη που δυσκολεύεται πλέον να καλύψει βασικές μηνιαίες υποχρεώσεις, με το σκορ οικονομικής αντοχής της να υποχωρεί στο 40,6. Το χάσμα ανάμεσα στην κορυφή και τον πάτο έχει διευρυνθεί στις 21 μονάδες, όχι επειδή οι εύποροι απογειώθηκαν, αλλά επειδή οι πιο αδύναμοι βυθίστηκαν.

Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν πλέον ανοιχτά αυτή τη διάσπαση. Η Federal Reserve μιλά για μια δαπάνη ολοένα και πιο διχασμένη, ενώ αναλυτές της Moody’s και του Bank of America καταγράφουν σημαντικές αποκλίσεις τόσο στις αυξήσεις δαπανών όσο και στις μισθολογικές μεταβολές μεταξύ εισοδηματικών ομάδων. Η μεσαία τάξη, που παραδοσιακά λειτουργούσε ως σταθεροποιητικός παράγοντας, φαίνεται να γλιστράει σταδιακά προς τα κάτω, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται εγκαίρως.

Στην Ελλάδα, το φαινόμενο παίρνει ακόμη πιο έντονη μορφή. Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση φτάνει το 67,8% του ΑΕΠ – το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. Η χώρα καταναλώνει πολύ, αλλά με περιορισμένα μέσα. Το φτωχότερο 20% ξοδεύει πάνω από το μισό του προϋπολογισμού του σε τρόφιμα και στέγαση, ενώ το πλουσιότερο 20% μόλις το ένα τέταρτο. Η μέση ετήσια δαπάνη παραμένει μειωμένη κατά 16,6% σε σχέση με το 2008, παρά τις αυξήσεις σε τρέχουσες τιμές. Ξοδεύουμε περισσότερα ευρώ, αλλά αγοράζουμε λιγότερα προϊόντα.

Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλές – μόλις 16,9% του ΑΕΠ έναντι 21,3% στην Ε.Ε. – και κατευθύνονται κυρίως στην αγορά κατοικίας αντί στην παραγωγή. Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ προειδοποιεί ότι χωρίς ενίσχυση των μισθών και στροφή προς μια πιο ισχυρή παραγωγική βάση, το ελληνικό μοντέλο θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μια εύθραυστη βιτρίνα: μια οικονομία που καταναλώνει σαν πλούσια, αλλά επενδύει σαν φτωχή.

ΠΗΓΗ