Μαζικές διασταυρώσεις στα ακίνητα: Τα συνηθισμένα λάθη στο Ε2 που κοστίζουν ακριβά
Περισσότεροι από 3,4 εκατ. ιδιοκτήτες μπαίνουν στο μικροσκόπιο της ΑΑΔΕ – Νέοι κωδικοί, ανείσπρακτα ενοίκια και έλεγχοι σε μισθώσεις και βραχυχρόνιες πλατφόρμες
Περισσότεροι από 3,4 εκατομμύρια ιδιοκτήτες καλούνται να υποβάλουν το έντυπο Ε2, στο οποίο καταγράφονται αναλυτικά τα στοιχεία των μισθώσεων και της ακίνητης περιουσίας τους. Παρότι πολλά δεδομένα εμφανίζονται πλέον προσυμπληρωμένα από την ΑΑΔΕ, η προσεκτική επιβεβαίωση παραμένει κρίσιμη, καθώς λάθη ή παραλείψεις μπορούν να οδηγήσουν σε πρόσθετους φόρους ή ελέγχους. Τα προσυμπληρωμένα ποσά μισθωμάτων προέρχονται από δηλωμένα μισθωτήρια και από πλατφόρμες όπως Airbnb και Booking, όμως οι φορολογούμενοι πρέπει να ελέγξουν αν συμφωνούν με τα πραγματικά εισοδήματα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι νέοι κωδικοί 64 και 65 στη στήλη 17, που αφορούν φορολογικά κίνητρα για μεταφορά ακινήτων σε μακροχρόνια μίσθωση. Ο κωδικός 64 καλύπτει κατοικίες που ήταν κενές την περίοδο 2022–2024 και εκμισθώθηκαν το 2025 με συμβόλαιο τριετίας, ενώ ο κωδικός 65 αφορά ακίνητα που το 2024 βρίσκονταν στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής και μετατράπηκαν σε μακροχρόνιες μισθώσεις το 2025. Τα εισοδήματα αυτά μεταφέρονται στο Ε1 και απαλλάσσονται από τον φόρο, επομένως η σωστή καταχώριση είναι καθοριστική.
Σημαντικό σημείο αποτελεί και η δήλωση ανείσπρακτων ενοικίων. Για να αναγνωριστούν, πρέπει μέχρι την προθεσμία υποβολής να έχουν γίνει οι απαιτούμενες νομικές ενέργειες, όπως διαταγή πληρωμής ή αγωγή αποβολής. Χωρίς αυτά, τα ποσά θεωρούνται φορολογητέο εισόδημα, ακόμη κι αν δεν έχουν εισπραχθεί. Παράλληλα, στο Ε2 δηλώνεται όλη η οικοδομημένη ακίνητη περιουσία, ακόμη και αν δεν απέφερε εισόδημα, ενώ τα κενά ακίνητα πρέπει να αναφέρονται ρητά.
Προσοχή απαιτείται και σε περιπτώσεις υπεκμίσθωσης ή βραχυχρόνιων μισθώσεων, όπου τα εισοδήματα εμφανίζονται συγκεντρωτικά ανά ακίνητο. Μετά την υποβολή του Ε2, τα ποσά μεταφέρονται αυτόματα στο Ε1, όπου υπολογίζεται ο τελικός φόρος. Η φορολόγηση των εισοδημάτων από ακίνητα γίνεται αυτοτελώς από το πρώτο ευρώ, με αφαίρεση 5% ως τεκμαρτή δαπάνη και συντελεστές 15%, 35% και 45% ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος.
Μετά την ολοκλήρωση των δηλώσεων, η ΑΑΔΕ θα πραγματοποιήσει εκτεταμένους ελέγχους και διασταυρώσεις. Θα συγκρίνει τα στοιχεία του Ε2 με τα δεδομένα της ηλεκτρονικής πλατφόρμας μισθώσεων, τις πληροφορίες από Airbnb και Booking, αλλά και με το Ε9 για επιβεβαίωση της ακίνητης περιουσίας. Εντοπίζονται αποκλίσεις μεταξύ δηλωθέντων και πραγματικών εισπράξεων, μη δηλωμένες μισθώσεις, ακίνητα που εμφανίζονται ως κενά ενώ υπάρχουν ενδείξεις χρήσης, καθώς και περιπτώσεις όπου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για φορολογικά κίνητρα.
Οι διασταυρώσεις αυτές στοχεύουν στη διαφάνεια και στη δίκαιη φορολόγηση της αγοράς ακινήτων, καθιστώντας τη σωστή συμπλήρωση του Ε2 απαραίτητη για την αποφυγή λαθών και περιττής ταλαιπωρίας.